Στα 1527 σημειώνεται εξέγερση ορισμένων ορεινών χωριών έξω από τα Χανιά. Είναι ή ανταρσία τού Λυσσογιώργη, όπως αναφέρεται στα επίσημα έγγραφα της εποχής -ή τού Καντανολέου, όπως έγινε γνωστή αργότερα . Ο Λυσσογιώργης, ενεργώντας κατά τα πρότυπα των βενετικών αρχών αυτοχειροτονήθηκε διοικητής (rettore) και έδωσε τα άλλα αξιώματα σε ανθρώπους τής γενιάς του.
Αιτία της ανταρσίας ήταν οι καταχρήσεις και καταπιέσεις των κατώτερων υπαλλήλων σε βάρος των χωρικών, πολλοί από τούς οποίους αναγκάζονταν να καταφεύγουν στα βουνά και να φυγοδικούν . Η Βενετία ανήσυχη παίρνει τα κατάλληλα μέτρα: ό δόγης με την επιστολή του της 27 Απριλίου 1527 συνιστά στον γενικό καπετάνιο (capitano general) της Κρήτης Cornelio ή Cornaro να μη βιαστή, αλλά να περιμένη τις ενισχύσεις, πού θα φέρη ό

Έτσι στις 20 Οκτωβρίου ξεκινά ό Cornelio από το Ηράκλειο προς το Ρέθυμνο με ένα λόχο πεζικού, με τον Ανδρέα Καλλέργη και τούς οπαδούς του και με 200 «Αλβανούς», δηλαδή stradioti. Κατόπιν βαδίζει εναντίον τού Άλικάμπου, πού κατοικούνταν από 250 οικογένειες της γενιάς των Κόντων, «χειρίστων και αρπάγων», όπου επί 15 χρόνια δεν είχε πατήσει δημόσιος υπάλληλος, όπως έγραφε στην έκθεσή του της 2 Νοεμβρίου ό Cornelio, δηλαδή όπου οι αυθαιρεσίες των υπαλλήλων δεν ίσχυαν, όπως πρέπει να συμπεράνη ό ιστορικός. Οι κάτοικοι τού χωριού σκορπίστηκαν αμέσως στα απότομα και άγρια βουνά τους, όπου μετέφεραν και έκρυψαν τα πράγματά τους. Τότε ό Cornelio έστειλε 700 άνδρες με οδηγούς Σφακιανούς, για να καταδιώξουν τούς φυγάδες, ενώ ό ίδιος πήγε στο χωριό Αλίκαμπος. Εκεί παρουσιάστηκαν εμπρός του 80 φοβισμένοι κάτοικοι πού τούς έστειλε με συνοδεία στα Χανιά, ενώ άλλους 8 πού έπιασε την στιγμή πού έφευγαν τούς εξετέλεσε επί τόπου. Σύγχρονα διακήρυξε ότι όποιος ξαναγυρίση στον Αλίκαμπο δεν πρόκειται να πάθη τίποτε. Πραγματικά άρχισαν λίγοι λίγοι να παρουσιάζωνται. Κατόπιν βάδισε προς τα Κεραμειά και τα Μεσκλά, όπου επανέλαβε τα ίδια με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν όλοι οι κάτοικοι. Των άλλων όμως χωριών δεν κατέβηκαν, γιατ

Έγιναν άραγε κατόπιν συγκρούσεις στην περιοχή των Λάκκων; Το μόνο πού γνωρίζουμε είναι ότι ό Cornelio με την επιστολή του τής 29 Νοεμβρίου ειδοποιούσε τον δόγη ότι είχε αιχμαλωτίσει πολλούς, ότι ήλπιζε να πιάση και εκείνους πού είχαν διαφύγει στα βουνά, ότι είχαν καλό τέλος οι ύπήκοοι. Κατόπιν ο δόγης στην απαντητική του επιστολή της 21 Ιανουαρίου 1528 συνέχαιρε τον Cornelio για την καταστολή της ανταρσίας και την «σαφή διάταξη» των στρατευμάτων, στοιχεία πού μαρτυρούν για ορισμένες στρατιωτικές κινήσεις των Βενετών και ίσως και για συμπλοκές με τούς επαναστάτες. Σύμφωνα ακόμη με τα στοιχεία αυτά ή ανταρσία εξαλείφθηκε μέσα σε 1 μήνα, μεταξύ 20 Οκτωβρίου - 29 Νοεμβρίου 1527. Ο Cornelio σε πολύ μεταγενέστερη έκθεσή του, της 18 Νοεμβρίου 1528, αναφέρει ότι ύστερ' από το αίσιο πέρας των επιχειρήσεών του εναντίον των επαναστατών, αναγκάστηκε να μείνη με τούς άνδρες του δυό μέρες στην χιονισμένη ύπαιθρο με τρομερό κρύο, για να πιάση τον αρχηγό τους Λυσσογιώργη, αλλά έπειτα, επειδή είδε ότι το ζήτημα αυτό δεν ήταν εύκολο και υπήρχε φόβος να κακοπάθουν οι στρατιώτες του, αποφάσισε να επικηρύξη αυτόν και τούς άνδρες του: όποιος θα τον έπιανε θα έπαιρνε 500 υπέρπυρα από το δημόσιο ταμείο και θα μπορούσε να ζητήση την αμνήστευση δύο επαναστατών· αν τον έπιαναν οι σύντροφοί του, θα αμνηστεύονταν οι ίδιοι· αν πάλιν ένας επαναστάτης παρέδιδε ένα σύντροφό του, θα μπορούσε να προτείνη αμνήστευση δύο άλλων. Συμπληρωματικά στοιχεία αντλούμε από την αναφορά του Cornelio της 2 Απριλίου 1528 προς τον δόγη, όπου εκείνος τονίζει την ανάγκη να δοθούν ηθικές αμοιβές σε 60 περίπου ληστές καταδικασμένους και εκτοπισμένους, πού συνέπραξαν με τις βενετικές αρχές για την καταστολή της ανταρσίας είτε υπηρετώντας τους επί 5 μήνες κα

Ποιος είδε Κόντη σύνδικο,
Καντανολέ ρετούρη,
και Πάτερο γραμματικό,
Μουσούρο καντσιλέρη.
Την καταστολή της ανταρσίας την κοινοποίησε ό Cornelio στους διοικητές Χανιών, Ρεθύμνου και Ηρακλείου με την εντολή να δημοσιευθή ιταλικά και ελληνικά σε όλα τα κεντρικά μέρη των χωριών. Ο Cornelio εξετέλεσε πάνω από 700 ανθρώπους, άλλων έκοψε τα χέρια, τα πόδια και πολλούς εξόρισε στην Κύπρο, στα Κύθηρα και στην Ίο, ενώ άλλους τούς έριξε σκλάβους στις γαλέρες και άλλους -τα γυναικόπαιδα, φαίνεται- εκτόπισε στις περιοχές Ηρακλείου και Σητείας. Τα χωριά των επαναστατών καταστράφηκαν από τα θεμέλιά τους και κηρύχθηκαν τόποι ακατοίκητοι με την απειλή να θανατώνεται όποιος συλλαμβάνεται εκεί. Όσο για τον Αλίκαμπο, πού δεν ήταν φέουδο κανενός, θα πουλούνταν προς όφελος του κράτους για να καλυφθούν τα έξοδα τής εκστρατείας. Ασφαλώς ή Πολιτεία του Cornelio θα ήταν πολύ πιο σκληρή άπ' ό,τι την περιγράφει. Τότε έπιασε και εξόρισε στην Κύπρο τούς άνδρες του Αλίκαμπου, 100 τής γενιάς των Κόντων, οι οποίοι με αναφορά τους 9 χρόνια αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1536, ζητούσαν την άδεια να ξαναγυρίσουν στην Κρήτη . Οι περισσότεροι έχουν διάφορα παρατσούκλια: Λούπος, Κατσούλης, Μελτζάνης, Βάρδας, Κατόπουλος, Ψαρός, Παλούκης, Τζιτζίκης, Μπούκης, Χαρδαλούπας, Κορδόχειλος κ.λ.. Ανάλογα σκληρή θα ήταν ή στάση του Cornelio και στους κατοίκους των Μεσκλών και των Κεραμειών, πού είχαν κατεβή μόνοι τους στα χωριά. Πάντως εξογκωμένη ήταν ή είδηση πού έσωζε ή προφορική παράδοση των Μεσκλών ως τα χρόνια μας ότι στην

Πηγή: Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Γ' τομ., Θεσσαλονίκη 1968.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου