Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.

Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

ΑΓΡΟΤΙΚΟΙ ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ ΚΙΣΣΑΜΟΥ

Οι αγροτικοί διανομείς στην Κρήτη διορίζονταν μετά από εξετάσεις και οι πρώτοι από αυτούς ανέλαβαν υπηρεσία την 1η Μαΐου 1900, λίγο μετά την έναρξη λειτουργίας των ταχυδρομικών γραφείων (1η Μαρτίου). Κάθε αγροτικός φορούσε στο κεφάλι το υπηρεσιακό του πηλήκιο, είχε καρφιτσωμένο στο πέτο του το σήμα της ταχυδρομικής υπηρεσίας, ενώ ως απαραίτητο εφόδιο μετέφερε πάντα στη γραμματοπήρα του την προσωπική του σφραγίδα (στικτή αρχικά και μέχρι το 1907, ημερολογιακή αργότερα) με χαραγμένο επάνω της τον αριθμό μητρώου του. Οι διορισμοί των πρώτων αγροτικών διανομέων πραγματοποιήθηκαν με απόφαση του αρμόδιου Συμβούλου (Υπουργού) κατά επαρχία.
Στην περίπτωση των περισσότερων επαρχιών τις οποίες εξυπηρετούσε ένα μόνο ταχυδρομικό γραφείο, τα ονόματα των ανά επαρχία διορισθέντων αγροτικών συνιστούν και το προσωπικό της αγροτικής υπηρεσίας του συγκεκριμένου γραφείου. Στις λίγες επαρχίες στις οποίες είχαν εγκατασταθεί και λειτουργούσαν δύο ταχυδρομικά γραφεία η κατανομή των διορισθέντων στην επαρχία αγροτικών έγινε πιθανότατα μετά από συνεννόηση των προϊστάμενων των δύο γραφείων. Έτσι, στην επαρχία Κισσάμου με τα δύο γραφεία (Καστελλίου και Βουκολιών) οι αγροτικοί με τους αριθμούς μητρώου 4, 5, 6, 10, 11 και 12 μοιράστηκαν στα δύο γραφεία, χωρίς στην απόφαση διορισμού τους να διευκρινίζεται ακριβώς σε ποια.
Από την έρευνα του σωζόμενου ταχυδρομικού υλικού συμπεραίνετε ότι πιθανότατα οι αγροτικοί με αριθμούς 4, 6 και 12 τοποθετήθηκαν στο γραφείο Βουκολιών, όπου και υπηρέτησαν μέχρι την αντικατάστασή του από το γραφείο Κολυμπαρίου το 1902, στο οποίο και συνέχισαν. Αντίστοιχα, οι αγροτικοί με αριθμούς 5, 10 και 11 τοποθετήθηκαν στο γραφείο Καστελλίου. Είναι γνωστά τα ονόματα των διορισθέντων το 1900 αγροτικών της επαρχίας Κισσάμου. Η δυσχέρεια εκτέλεσης του έργου τους (παραιτήσεις, απολύσεις, ασθένειες) δεν επέτρεψε σε κανέναν από τους 6 αρχικά διορισμένους να φτάσουν μέχρι την ενσωμάτωση της κρητικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στην ελληνική το 1913, ενώ από το σύνολο των αγροτικών που διορίστηκαν αρχικά και στις τρεις επαρχίες του τότε νομού Χανίων (Κυδωνίας, Κισσάμου, Σελίνου) μόνον ένας, ο Γ. Καλαϊτζάκης, πρωτοδιορισμένος στην Παλαιοχώρα, έφτασε να υπηρετήσει και στα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Στα 14 χρόνια της λειτουργίας της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Κρήτης ως αυτόνομης υπηρεσίας, στις 6 θέσεις της επαρχίας Κισσάμου χρειάστηκε να υπηρετήσουν κατά διαστήματα περισσότεροι από 27 αγροτικοί.
Τα δρομολόγια των αγροτικών διανομέων καθενός γραφείου ήταν συγκεκριμένα, εκτελούνταν σε καθορισμένες ημέρες τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, εξυπηρετούσαν μέχρι και 30 οικισμούς της επαρχίας και διακρίνονταν σε μονοήμερα (για πορεία μέχρι 8 ώρες) και σε διήμερα (συνήθως 14-16 ώρες). Τα δρομολόγια αυτά εκτελούσαν οι αγροτικοί, εναλλασσόμενοι κατά κανόνα μεταξύ τους, σε τρόπο ώστε ο αριθμός μητρώου καθενός από αυτούς να μην ταυτίζεται κατ' ανάγκη με συγκεκριμένο δρομολόγιο. Έτσι, θα πρέπει να αναθεωρηθεί η επί μακρόν επικρατούσα -και συντηρούμενη μέχρι πρότινος από τους καταλόγους- λανθασμένη αντίληψη που αντιστοίχιζε τον αριθμό της αγροτικής σφραγίδας με ένα ή δύο οικισμούς και ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο. Σημασία έχει το να γνωρίζουμε ποια ήταν τα δρομολόγια κάθε επαρχίας, κάθε πότε εκτελούνταν και ποιοι ήταν οι αγροτικοί (δηλ. ποιοι ήταν οι αριθμοί μητρώου τους) που εκτελούσαν στο σύνολό τους, εναλλασσόμενοι, τα δρομολόγια αυτά.
Τα δρομολόγια των αγροτικών του Καστελλίου Κισσάμου ήταν συνολικά 4. Δύο (2) μονοήμερα και δύο (2) διήμερα. Εκτελούμενα από δύο (2) φορές κάθε εβδομάδα απαιτούσαν την παρουσία στην ύπαιθρο αγροτικών επί 12 ημέρες το επταήμερο. Έτσι, καθένας από τους τρεις (3) αγροτικούς του Καστελλίου έκανε πορεία 4 ημέρες την εβδομάδα. Οι δύο εκτελούσαν προφανώς από ένα διήμερο και δυο μονοήμερα (4 ημέρες) και ο τρίτος δύο διήμερα (επίσης 4 ημέρες). Αυτά, όταν όλοι ήταν υγιείς (σε περίπτωση ολιγοήμερης ασθένειας, τις υποχρεώσεις του ασθενούς επωμίζονταν οι άλλοι δύο, ενώ σε μεγαλύτερης διάρκειας απουσίες προσλαμβανόταν έκτακτος).

Τα δρομολόγια των αγροτικών του γραφείου Καστελλίου ήταν τα εξής (η αρίθμηση δική μας):

1. Προς αγροτικές περιοχές Μεσογείων: Οικισμοί 21, ώρες 7 (μονοήμερο) Τρίτη - Σάββατο.
2. Προς αγροτικές περιοχές Τοπολίων: Οικισμοί 13, ώρες 6 (μονοήμερο) Τρίτη - Σάββατο.
3. Προς αγροτικές περιοχές Βλάτου: Οικισμοί 17, ώρες 14 (διήμερο) Τετάρτη - Κυριακή.
4. Προς αγροτικές περιοχές Ινναχωρίων: Οικισμοί 16, ώρες 17 (διήμερο) Τετάρτη - Κυριακή.

Με βάση τα στοιχεία αυτά σχηματίστηκε χάρτης των αγροτικών δρομολογίων των δυτικών περιοχών της επαρχίας Κισσάμου (αυτών δηλαδή που εξυπηρετούσε το γραφείο Καστελλίου).
Χρησιμοποιήθηκε χάρτης εποχής (1900) του Βρετανικού Ναυαρχείου με σημειωμένους ελάχιστους οικισμούς, αλλά που εμφάνιζε το ισχνό και ανεπαρκές την εποχή εκείνη οδικό δίκτυο (διάβαζε: μονοπάτια και σε λιγοστές περιπτώσεις καρόδρομους). Στο χάρτη τοποθετήθηκαν, με όση ακρίβεια ήταν δυνατόν, οι οικισμοί της περιοχής με οδηγό ως προς τη θέση τους μεταγενέστερο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Η καταγραφή του συνόλου των κατά δήμους (Καστελλίου, Μεσογείων και Ινναχωρίων) οικισμών προέρχεται από τα πορίσματα της απογραφής του 1900 σε συνδυασμό με την ταξινόμηση Δρακάκη.
Η ένταξη των αγροτικών περιοχών των Μεσογείων στο δρομολόγιο 1 ήταν μάλλον ευχερής. Ο καταμερισμός όμως των οικισμών των δύο άλλων δήμων (Καστελλίου και Ινναχωρίων) στα τρία άλλα δρομολόγια δεν ήταν εξίσου ευχερής και έγινε με μια λογική χωροταξική προσέγγιση. Οι πλησίον του Καστελλίου και μέχρι τα Τοπόλια οικισμοί εντάσσονταν πιθανότατα στο δρομολόγιο 2. Οι ανατολικότεροι οικισμοί και οι πέραν των Τοπολίων μέχρι και τη Ρογδιά στο δρομολόγιο 3. Τέλος, αυτοί του δήμου Ινναχωρίων από τη Λίμνη και πέρα στο δρομολόγιο 4.
Η πορεία των αγροτικών μέχρι την περιοχή που όφειλαν να εξυπηρετήσουν ήταν προφανής για τα δρομολόγια 1, 2 και 3. Για το δρομολόγιο 4 (Ινναχώρια) η χάραξη της πορείας βασίστηκε στο γεγονός ότι ούτε καν ημιονική οδός δεν φαίνεται να υπάρχει το 1900 που να οδηγεί στην περιοχή μέσω των δυτικών ακτών (με πιθανότερη αιτία την ανυπαρξία γεφυρών που θα επέτρεπαν τη διάβαση των πολυπληθών χειμάρρων το χειμώνα). Μοναδική το 1900 προσπέλαση από το Καστέλλι προς τα Ινναχώρια μοιάζει να είναι αυτή μέσω Τοπολίων, Βλάτου, Κουνενίου, Αμυγδαλοκέφαλου.
Κλείνοντας το παρόν σημείωμα οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι Καλάθενες (που αποτελούσαν την αφορμή για την επίσπευση της ενασχόλησής μας με το θέμα) θα πρέπει να αποτελούσαν λογικά σταθμό του δρομολογίου 2 προς Τοπόλια.

Αθήνα, Ιούλιος 2006
Τάκης Καρατζάς

Απο το αρχείο τουκ. Γ. ΚΑΛΑΙΤΖΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: