«Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι»
Κάθε μέρα συνηθίζω, γύρω στο μεσημέρι, να ανοίγω την εφημερίδα μας, τα «Χανιώτικα Νέα».
Εκείνο το Σάββατο την άνοιξα αργά το απόγευμα, προς το βραδάκι...
Διαβάζω στα κοινωνικά:
«Την αγαπημένη μας μητέρα, γιαγιά... Αργ. Μαυρεδάκη κηδεύουμε στις 5.30 μ.μ....»
Εκείνη την ώρα ήταν ήδη αργά. Δεν προλάβαινα τίποτα και με τίποτα.
Έμεινα καθισμένη στον καναπέ και γύρισα το ρολόι του χρόνου πίσω και έγραψα αυτά τα λόγια, αντί για κεράκι που δεν πρόλαβα να ανάψω στη μνήμη σου.
Πρωτογνωριστήκαμε στην Αθήνα, στη Σόλωνος, όπου η Φιλοσοφική Σχολή. Εσύ, συνοδευόμενη από τον πατέρα σου, τον κ. Μιχάλη, κι εγώ από τον κατά πολύ μεγαλύτερο αδερφό μου, γνωστοί μεταξύ τους λόγω σχέσης με τα επαγγέλματά τους.
Επιτυχούσες και νεοεισαχθείσες και οι δύο. Ήταν η πρώτη χρονιά που εφαρμοζόταν το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο (Bacalaurea), επί Γεωργίου Παπανδρέου, με εισηγητή τον τότε υπουργό Παιδείας Λουκή Ακρίτα, ένα αδιάβλητο πλέον σύστημα για την είσοδο στις Ανώτερες και Ανώτατες Σχολές.
Τι θρίαμβος, τι χαρά!
Γνωριστήκαμε, δεθήκαμε, γίναμε στενή παρέα.
Εσύ τον πρώτο χρόνο έμενες σε αγαπητό σου θείο, αδερφό της μαμάς σου, κι εγώ οικότροφος σε αγαπητούς ανθρώπους, φίλους και συγγενείς της μητέρας μου.
Αργότερα, όταν πια γνωρίσαμε την Αθήνα και εξοικειωθήκαμε με την καθημερινότητά της, θελήσαμε να συγκατοικήσουμε και να ζήσουμε πιο ανεξάρτητα.
Ζήσαμε στην Καλλιθέα, πρώτα στη Θησέως 165, ύστερα στη Μενελάου 147, γιατί ο θόρυβος της Θησέως ήταν αφόρητος.
Ζήσαμε όλα τα χρόνια μαζί μέχρι το πτυχίο. Περάσαμε όμορφες μέρες, χωρίς κανένα σύννεφο στη σχέση και τη συγκατοίκησή μας, που για ένα διάστημα ήταν μαζί μας και η αδερφή σου, Ελένη, φοιτούσα σε μια σχολή σχεδίου ενδυμάτων.
Τελειώσαμε τις σπουδές, πήραμε πτυχίο, διοριστήκαμε, παντρευτήκαμε, κάναμε οικογένεια και παιδιά.
Επιστρέφετε και μένετε πλέον στα Χανιά με τον Γιώργο, επίσης φίλο αγαπητό.
Παραιτήθηκες από την εκπαίδευση και θεωρώ ότι την αδίκησες, γιατί είχες και μπορούσες να δώσεις πολλά στα παιδιά.
Η φίλη και συμμαθήτριά σου, Πόπη Ντουντουλάκη, συμβολαιογράφος, αγαπητή και σε μένα από τις διηγήσεις σου για τα μαθητικά και νεανικά σας χρόνια στα Χανιά, σκιαγράφησε την προσωπικότητά σου τόσο παραστατικά στον «αποχαιρετισμό της».
Ήσουν ένα δυνατό μυαλό. Έξυπνη, δοτική, αποδοτική, προσέφερες πολλά σε όποιο μετερίζι της κοινωνίας βρέθηκες να υπηρετείς, ιδιαίτερα σε αυτή της Νέας Χώρας, της «αλιβρέκτου», που τόσο αγάπησες.
Είχες εργαστεί και στην αρχαιολογική υπηρεσία για λίγο, πλάι στον μακαριστό αρχαιολόγο Τζεδάκη, πριν να διοριστείς, καθώς είχαμε τελειώσει το Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής.
Αναθρέψατε με τον Γιώργο δύο καλά παιδιά, που με καλές κοπέλες σας χάρισαν εγγόνια. Πάντα μιλούσες για αυτά με αγάπη και τρυφερότητα, που τους πρόσφερες αφειδώλευτα.
Έχασες νωρίς τη μητέρα σου, την αγαπημένη, την κ. Βέλη, και όχι με ανώδυνο τρόπο. Γηροκόμησες τον πατέρα σου, τον κ. Μιχάλη, που κι αυτός είχε επώδυνα γεράματα. Βάλσαμος παρηγοριάς και βοήθειας στάθηκες πλάι τους.
Ήσουν φιλόξενη. Πολλές φορές φιλοξενηθήκαμε σπίτι σου, γιατί εγώ συχνά ερχόμουν στα Χανιά για δουλειές, ενώ εσένα σπάνια σε έβγαζε ο δρόμος στο Καστέλλι.
Ακόμη και στο Δερβένι, που βρεθήκαμε ταξιδιώτες, μας φιλοξενήσατε και μας ξεναγήσατε με τον Γιώργο στην Αρκαδία...
Πέρασαν τα χρόνια. Η ζωή, με αργότερους τους ρυθμούς μας, προχωρεί τώρα, ενώ οι δικοί της τρέχουν. Οι σχέσεις αραιώνουν. Κάπου χαθήκαμε, τα τηλέφωνα αραίωσαν... Μόνο η σκέψη έβρισκε τον χρόνο και πεταγόταν λίγο στα φοιτητικά, στα νεανικά...
Ώσπου διάβασα, το απόγευμα εκείνο, την αγγελία της αναχώρησής σου...
Καλό σου ταξίδι, Αργυρούλα,
στο φως της αιωνιότητας.
Συλλυπούμενη τα παιδιά και τα εγγόνια σου,
εύχομαι να έχουν μακροζωία με όμορφες μέρες και να θυμούνται τη μάνα, τη μητέρα και τη γιαγιά.
Ευτυχία Δεσποτάκη-Πευκιανάκη
Κάθε μέρα συνηθίζω, γύρω στο μεσημέρι, να ανοίγω την εφημερίδα μας, τα «Χανιώτικα Νέα».
Εκείνο το Σάββατο την άνοιξα αργά το απόγευμα, προς το βραδάκι...
Διαβάζω στα κοινωνικά:
«Την αγαπημένη μας μητέρα, γιαγιά... Αργ. Μαυρεδάκη κηδεύουμε στις 5.30 μ.μ....»
Εκείνη την ώρα ήταν ήδη αργά. Δεν προλάβαινα τίποτα και με τίποτα.
Έμεινα καθισμένη στον καναπέ και γύρισα το ρολόι του χρόνου πίσω και έγραψα αυτά τα λόγια, αντί για κεράκι που δεν πρόλαβα να ανάψω στη μνήμη σου.
Πρωτογνωριστήκαμε στην Αθήνα, στη Σόλωνος, όπου η Φιλοσοφική Σχολή. Εσύ, συνοδευόμενη από τον πατέρα σου, τον κ. Μιχάλη, κι εγώ από τον κατά πολύ μεγαλύτερο αδερφό μου, γνωστοί μεταξύ τους λόγω σχέσης με τα επαγγέλματά τους.
Επιτυχούσες και νεοεισαχθείσες και οι δύο. Ήταν η πρώτη χρονιά που εφαρμοζόταν το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο (Bacalaurea), επί Γεωργίου Παπανδρέου, με εισηγητή τον τότε υπουργό Παιδείας Λουκή Ακρίτα, ένα αδιάβλητο πλέον σύστημα για την είσοδο στις Ανώτερες και Ανώτατες Σχολές.
Τι θρίαμβος, τι χαρά!
Γνωριστήκαμε, δεθήκαμε, γίναμε στενή παρέα.
Εσύ τον πρώτο χρόνο έμενες σε αγαπητό σου θείο, αδερφό της μαμάς σου, κι εγώ οικότροφος σε αγαπητούς ανθρώπους, φίλους και συγγενείς της μητέρας μου.
Αργότερα, όταν πια γνωρίσαμε την Αθήνα και εξοικειωθήκαμε με την καθημερινότητά της, θελήσαμε να συγκατοικήσουμε και να ζήσουμε πιο ανεξάρτητα.
Ζήσαμε στην Καλλιθέα, πρώτα στη Θησέως 165, ύστερα στη Μενελάου 147, γιατί ο θόρυβος της Θησέως ήταν αφόρητος.
Ζήσαμε όλα τα χρόνια μαζί μέχρι το πτυχίο. Περάσαμε όμορφες μέρες, χωρίς κανένα σύννεφο στη σχέση και τη συγκατοίκησή μας, που για ένα διάστημα ήταν μαζί μας και η αδερφή σου, Ελένη, φοιτούσα σε μια σχολή σχεδίου ενδυμάτων.
Τελειώσαμε τις σπουδές, πήραμε πτυχίο, διοριστήκαμε, παντρευτήκαμε, κάναμε οικογένεια και παιδιά.
Επιστρέφετε και μένετε πλέον στα Χανιά με τον Γιώργο, επίσης φίλο αγαπητό.
Παραιτήθηκες από την εκπαίδευση και θεωρώ ότι την αδίκησες, γιατί είχες και μπορούσες να δώσεις πολλά στα παιδιά.
Η φίλη και συμμαθήτριά σου, Πόπη Ντουντουλάκη, συμβολαιογράφος, αγαπητή και σε μένα από τις διηγήσεις σου για τα μαθητικά και νεανικά σας χρόνια στα Χανιά, σκιαγράφησε την προσωπικότητά σου τόσο παραστατικά στον «αποχαιρετισμό της».
Ήσουν ένα δυνατό μυαλό. Έξυπνη, δοτική, αποδοτική, προσέφερες πολλά σε όποιο μετερίζι της κοινωνίας βρέθηκες να υπηρετείς, ιδιαίτερα σε αυτή της Νέας Χώρας, της «αλιβρέκτου», που τόσο αγάπησες.
Είχες εργαστεί και στην αρχαιολογική υπηρεσία για λίγο, πλάι στον μακαριστό αρχαιολόγο Τζεδάκη, πριν να διοριστείς, καθώς είχαμε τελειώσει το Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής.
Αναθρέψατε με τον Γιώργο δύο καλά παιδιά, που με καλές κοπέλες σας χάρισαν εγγόνια. Πάντα μιλούσες για αυτά με αγάπη και τρυφερότητα, που τους πρόσφερες αφειδώλευτα.
Έχασες νωρίς τη μητέρα σου, την αγαπημένη, την κ. Βέλη, και όχι με ανώδυνο τρόπο. Γηροκόμησες τον πατέρα σου, τον κ. Μιχάλη, που κι αυτός είχε επώδυνα γεράματα. Βάλσαμος παρηγοριάς και βοήθειας στάθηκες πλάι τους.
Ήσουν φιλόξενη. Πολλές φορές φιλοξενηθήκαμε σπίτι σου, γιατί εγώ συχνά ερχόμουν στα Χανιά για δουλειές, ενώ εσένα σπάνια σε έβγαζε ο δρόμος στο Καστέλλι.
Ακόμη και στο Δερβένι, που βρεθήκαμε ταξιδιώτες, μας φιλοξενήσατε και μας ξεναγήσατε με τον Γιώργο στην Αρκαδία...
Πέρασαν τα χρόνια. Η ζωή, με αργότερους τους ρυθμούς μας, προχωρεί τώρα, ενώ οι δικοί της τρέχουν. Οι σχέσεις αραιώνουν. Κάπου χαθήκαμε, τα τηλέφωνα αραίωσαν... Μόνο η σκέψη έβρισκε τον χρόνο και πεταγόταν λίγο στα φοιτητικά, στα νεανικά...
Ώσπου διάβασα, το απόγευμα εκείνο, την αγγελία της αναχώρησής σου...
Καλό σου ταξίδι, Αργυρούλα,
στο φως της αιωνιότητας.
Συλλυπούμενη τα παιδιά και τα εγγόνια σου,
εύχομαι να έχουν μακροζωία με όμορφες μέρες και να θυμούνται τη μάνα, τη μητέρα και τη γιαγιά.
Ευτυχία Δεσποτάκη-Πευκιανάκη
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου