Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης (*)
Προ ημερών, διαβάζοντας ένα βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου, συνάντησα σε κάποιο σημείο τη φράση «…ποιόν κρίκο της αλυσίδας των αιώνων θα αγγίξετε και θα τον βρείτε στεγνό από αίμα;». Η αντίθεση προς την κοινή εμπειρία της γενιάς μας, με παραξένεψε προς στιγμή. Αλήθεια, πόσες φορές (όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε μετά το 1950) δεν ευλογήσαμε και καλοτυχίσαμε τη γενιά μας που δεν γνώρισε πόλεμο! Πέρα από τις ευχάριστες αναμνήσεις των ειρηνικών χρόνων της ζωής μας και οι ψυχροί αριθμοί μιλούν γι’ αυτό. Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, 60.000.000 ψυχές χάθηκαν στους πολέμους ή από κρατική βία στην Ευρώπη, ενώ το δεύτερο μισό του αιώνα λιγότερες από 1.000.000, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία.
Ναι, πάνω από εβδομήντα πέντε χρόνια τώρα, στην Ευρώπη απολαμβάνουμε την ειρήνη και τα αγαθά της. Είναι όμως αυτό ο κανόνας ή η εξαίρεση; Καταλάβαμε μήπως στην Ευρώπη την αξία της ειρηνικής συμβίωσης και παγιώσαμε την ειρήνη σαν μόνιμο πλαίσιο συνύπαρξης των λαών; Ή, τύχη αγαθή, βρεθήκαμε να ζούμε σ’ ένα λαμπρό «κενό» της Ιστορίας και κάποια στιγμή, ο ανεξήγητος δαίμονας της φύσης του ανθρώπου θα δώσει ένα τέλος στην ειδυλλιακή παρένθεση που νομίσαμε ότι ήταν κανονικότητα; Οι σκέψεις αυτές με προκάλεσαν να το ψάξω λίγο περισσότερο• και να το μοιραστώ σήμερα μαζί σας.
Pax Romana είναι το όνομα που δώσαμε στην ειρήνη που επικρατούσε σε όλη την τεράστια έκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της. Μόλις όμως η Αυτοκρατορία κατέρρευσε, το 476 μ.Χ., καταλύθηκε και η Pax Romana. Το τι επακολούθησε από τις εισβολές των βαρβάρων στην Ευρώπη, η λέξη «πόλεμος» είναι πολύ ήπια για να το περιγράψει• και κράτησε αυτό κάπου εξακόσια χρόνια, περίπου μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα.
Ακόμα όμως και τους επόμενους αιώνες, οπότε άρχισαν οι λαοί της Ευρώπης να αναπτύσσονται και να εξαπλώνονται, η «ειρήνη» στην Ευρώπη ήταν κάτι το σπάνιο και περιστασιακό. Μέσα από τις συνθήκες αυτές δημιουργήθηκε η «φεουδαρχία». Από τον 10ο αιώνα, λέει ο ιστορικός Michael Howard, ο πόλεμος έγινε μια ασχολία για εξειδικευμένους πλούσιους που εκπαιδεύονταν σε αυτόν από πολύ νεαρή ηλικία. Έναντι των υπηρεσιών τους οι άρχοντες τους παραχωρούσαν εκτάσεις γης. Αυτό ήταν το «φέουδο», το οποίο αποτέλεσε τη βάση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Οι απόγονοι αυτής της τάξης των πολεμιστών διατήρησαν τις τεράστιες εκτάσεις τους στην Ευρώπη μέχρι τον δέκατο έκτο αιώνα, την πολιτική κυριαρχία μέχρι τον δέκατο όγδοο και κάποια κοινωνική υπεροχή μέχρι σήμερα. Επίσης μέσα από συγκρούσεις και πολέμους της περιόδου αυτής συγκροτήθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους (962–1806), την οποία διέλυσε, πάλι με πολέμους, αιώνες αργότερα ο Ναπολέοντας. Στη συνέχεια ακολουθούν οι Νορμανδικές κατακτήσεις (11ος-12ος αι.). Υπήρξαν καθοριστικό φαινόμενο της μεσαιωνικής ιστορίας, κατά τις οποίες πολεμιστές από τη Νορμανδία (απόγονοι των Βίκινγκς) κατέλαβαν την Αγγλία (1066), τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία. Εκεί ίδρυσαν ισχυρά, συγκεντρωτικά κράτη, αναδιαμορφώνοντας την πολιτική σκηνή της Ευρώπης και της Μεσογείου. Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο πόλεμος λειτούργησε ως μηχανισμός συγκρότησης κρατών και η βία ως μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας.
Κοντά στους πολέμους αυτούς αρχίζουν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και οι Σταυροφορίες (1096-1291), με εκατομμύρια θύματα, στρατιώτες και αμάχους. Η Χριστιανική Ευρώπη φαίνεται να αντιπαρατίθεται στο Ισλάμ. Η πίστη στρατιωτικοποιείται και ο πόλεμος παίρνει διαστάσεις ιερής αποστολής. Τότε θεμελιώνεται και η ευρωπαϊκή ιδέα της «πολιτισμικής ανωτερότητας μέσω της βίας», ιδέα που θα πληρώσουν, δύο αιώνες αργότερα, πολύ ακριβά οι ιθαγενείς της Αφρικής και της Αμερικής.
Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μέσα από τους πολέμους ενισχύθηκαν κάποιες μοναρχίες, άρχισε να γεννάται η εθνική συνείδηση, να μορφοποιούνται έθνη στην Ευρώπη, οι στρατοί να γίνονται κρατικοί και οι πόλεμοι εθνικοί. Ο μεγαλύτερος πόλεμος της εποχής αυτής ήταν ο Εκατονταετής Πόλεμος (διήρκεσε 116 χρόνια, 1337-1453) μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
Ο 16ος αιώνας συνταράσσεται από θρησκευτικούς εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι διαλύουν από τα μέσα τη συνοχή των κοινωνιών. Ιδιαίτερα σκληροί ήταν οι θρησκευτικοί πόλεμοι στη Γαλλία (1562-1598), μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, επίσης με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
Κατά τον 17ο αιώνα έγινε ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648). Είναι ο πιο καταστροφικός πόλεμος πριν τον 20ο αιώνα. Σε αυτόν ενεπλάκησαν σχεδόν όλες οι σημαντικές χώρες της Ευρώπης. Τα θύματα εκτιμώνται σε 6 έως 8 εκατομμύρια και ειδικά στη Γερμανία αφανίστηκε το 30 με 40% του πληθυσμού. Ο πόλεμος αυτός, με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, «γέννησε» το σύγχρονο κυρίαρχο κράτος και το σύγχρονο διεθνές σύστημα.
Στον 18ο αιώνα, οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι παύουν να είναι μόνο δυναστικοί και γίνονται συστηματικά πόλεμοι ισορροπίας δυνάμεων. Ο πόλεμος μετατρέπεται σε κανονικό εργαλείο γεωπολιτικής διαχείρισης της Ευρώπης και οδήγησε στην άνοδο της Βρετανίας, στην στρατιωτικοποίηση των κρατών και την ανάδειξη των «μεγάλων δυνάμεων».
Προς το τέλος του αιώνα αυτού (1789) έγινε η Γαλλική Επανάσταση. Οι Γαλλικοί Επαναστατικοί και Ναπολεόντειοι Πόλεμοι για εικοσιπέντε περίπου χρόνια (1792-1815) συντάραξαν την Ευρώπη και άλλαξαν τον χάρτη της. Αυξήθηκε ο εθνικισμός, οι πόλεμοι έγιναν μαζικοί (τα θύματα των πολέμων αυτών εκτιμώνται σε 3 με 6 εκατομμύρια) και γεννήθηκε ο εθνικός στρατός κατά το σύνθημα των Γάλλων «το έθνος στα όπλα».
Ο 19ος αιώνας ο πόλεμος λειτούργησε ως εργαλείο δημιουργίας εθνών. Έχουμε βέβαια τον δικό μας ξεσηκωμό κατά των Τούρκων, αλλά και τους πολέμους ενοποίησης της Ιταλίας και της Γερμανίας (1859-1871). Δυστυχώς όμως ο 19ος αιώνας προετοίμασε και τον Μεγάλο Πόλεμο που θα ακολουθούσε σε λίγο.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) με 20 περίπου εκατομμύρια νεκρούς, αποτελεί την πρώτη πράξη της ευρωπαϊκής αυτοκαταστροφής. Η δεύτερη πράξη έρχεται με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945) και είναι μια πραγματική γενοκτονία. Τα θύματα παγκοσμίως εκτιμώνται σε 50 με 60 εκατομμύρια, εκ των οποίων πλέον των 30 στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να χάσει η Ευρώπη την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, να διαιρεθεί και να κυριαρχήσουν πλέον παγκοσμίως οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια επικράτησε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως «Ειρήνη υπό απειλή». Είναι η περίοδος του Ψυχρού πολέμου (1945-1991). Η ειρήνη δεν είναι φυσική, αλλά στρατιωτικά επιβεβλημένη. Η αλήθεια είναι πάντως, ότι δεν είχαμε στο διάστημα αυτό μεγάλο πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης. Με τη λήξη του Ψυχρού πολέμου, η τελευταία δεκαετία του αιώνα σημαδεύτηκε από τους Γιουγκοσλαβικούς πολέμους (1991-2001). Σκληροί πόλεμοι, με περίπου 130 χιλιάδες θύματα γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων, οι οποίοι διέλυσαν τη Γιουγκοσλαβία εις τα εξ ων συνετέθη (Σερβία, Κροατία, Βοσνία, Κόσοβο).
Ο 21ος αιώνας φαίνεται να φέρνει το τέλος της μεταπολεμικής ψευδαίσθησης για την ειρήνη. Ο πόλεμος της Ουκρανίας (ο οποίος ουσιαστικά άρχισε το 2014, κορυφώθηκε το 2022 και συνεχίζεται ακόμα με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θύματα), έφερε αντιμέτωπους ουσιαστικά τη Ρωσία με τη Δύση. Τα μέχρι στιγμής ορατά αποτελέσματα είναι μια νέα κρίση ασφάλειας, η εκ νέου στρατιωτικοποίση της Ευρώπης και η πολύ πιθανή αναδιάταξη των συνόρων. Για να μην αναφέρουμε και τον μονίμως επαπειλούμενο πυρηνικό όλεθρο.
Η σύντομη αυτή ιστορική διαδρομή (όσο κουραστική κι αν φαίνεται) αποκαλύπτει κάτι ενοχλητικό: μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η Ευρώπη δεν συγκροτήθηκε παρά μέσα από πολέμους, καταστροφές και επαναλαμβανόμενες κρίσεις βίας. Από τις μεσαιωνικές δυναστικές συγκρούσεις και τις Σταυροφορίες έως τους θρησκευτικούς πολέμους, τους εθνικούς πολέμους του 19ου αιώνα και τις παγκόσμιες συρράξεις του 20ού, ο πόλεμος δεν υπήρξε παρέκκλιση της ευρωπαϊκής ιστορίας αλλά βασικός μηχανισμός συγκρότησης κρατών, συνόρων, εθνών και πολιτικών θεσμών. Ασφαλώς υπήρξαν και περίοδοι ειρηνικής θεσμικής ωρίμανσης. Όμως αυτές δεν συγκρότησαν τη δομή ισχύος της Ευρώπης, τη διαχειρίστηκαν. Τη δομή την έφτιαξε ο πόλεμος.
Η μεταπολεμική «ειρηνική Ευρώπη» υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια ιστορική εξαίρεση. Η μακρά περίοδος σχετικής σταθερότητας μετά το 1945 δεν ήταν προϊόν μιας αιφνίδιας ηθικής ωρίμανσης της ηπείρου, αλλά αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου γεωπολιτικού καθεστώτος: της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας μέσω του ΝΑΤΟ, της πυρηνικής ισορροπίας τρόμου και της διχοτόμησης του κόσμου στον Ψυχρό Πόλεμο. Η ειρήνη δεν αντικατέστησε τον πόλεμο• απλώς μετατράπηκε σε ένοπλη αναμονή.
Όμως η Ευρώπη εσωτερίκευσε την ιδέα ότι ο πόλεμος είναι «αδιανόητος» και έσπευσε να πιστέψει ότι είχε οριστικά εισέλθει σε μια «μετα-ιστορική» εποχή, όπου ο πόλεμος θα ανήκε πλέον στο παρελθόν. Κατά την ίδια λογική και οι κοινωνίες της έγιναν, θα μπορούσαμε να πούμε, «μετά-ηρωικές»• έπαψαν δηλαδή να συγκινούνται από ηρωισμούς και ανδραγαθίες. Από την άλλη οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης έχουν μάθει και συνηθίσει στη διαχείριση και όχι σε αποφάσεις υψηλού ρίσκου, αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έρχεται να διαψεύσει βίαια όλα τα παραπάνω. Δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή σύγκρουση, αλλά την επιστροφή του διακρατικού πολέμου υψηλής έντασης στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, την επανεμφάνιση των συνόρων, της ισχύος και της γεωπολιτικής ως καθοριστικών παραγόντων της ιστορίας. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει τη στρατηγική αδυναμία μιας Ευρώπης που επί δεκαετίες συνήθισε να ζει υπό ξένη προστασία. Σε αυτή την καθοριστική συγκυρία η Ευρώπη βρίσκεται χωρίς ενιαίο στρατό, χωρίς κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα, χωρίς κοινωνική προετοιμασία για πόλεμο. Στον εκνευρισμό και την ένταση που δημιουργεί αυτή συνθήκη θα πρέπει ίσως να αποδώσουμε την ιστορική (και κατά την άποψή μου επικίνδυνη) τομή να επιτραπεί ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, καθώς και οι μακάβριες δηλώσεις Πρωθυπουργών και Υπουργών Άμυνας (και του δικού μας περιλαμβανομένου), ότι το καλοκαίρι που πέρασε ήταν το τελευταίο ειρηνικό, ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα πρέπει να συνηθίσουν να υποδέχονται φέρετρα και άλλα παρόμοια.
Η Ευρώπη πίστεψε ότι είχε ξεπεράσει τον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, απλώς έπαψε να τον σκέφτεται. Από τη σύντομη εξιστόρηση των ευρωπαϊκών πολέμων που παρέθεσα, πιστεύω ότι έγινε φανερό ότι ο πόλεμος υπήρξε ανέκαθεν θεμελιώδης δύναμη διαμόρφωσης της ίδιας της ιστορικής μοίρας της ηπείρου. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη• αυτό ήδη συνέβη. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη είναι ακόμη ικανή να τον κατανοήσει και να τον αντιμετωπίσει ως ιστορικό της πεπρωμένο, ή αν η ιστορία δεν συγχωρεί πλέον όσους αρνούνται να τη δουν κατάματα. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι απειλείται από πόλεμο, αλλά ότι δεν θυμάται πια τι είναι ο πόλεμος!
(*) Δρ. Μηχανικός
π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε
Προ ημερών, διαβάζοντας ένα βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου, συνάντησα σε κάποιο σημείο τη φράση «…ποιόν κρίκο της αλυσίδας των αιώνων θα αγγίξετε και θα τον βρείτε στεγνό από αίμα;». Η αντίθεση προς την κοινή εμπειρία της γενιάς μας, με παραξένεψε προς στιγμή. Αλήθεια, πόσες φορές (όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε μετά το 1950) δεν ευλογήσαμε και καλοτυχίσαμε τη γενιά μας που δεν γνώρισε πόλεμο! Πέρα από τις ευχάριστες αναμνήσεις των ειρηνικών χρόνων της ζωής μας και οι ψυχροί αριθμοί μιλούν γι’ αυτό. Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, 60.000.000 ψυχές χάθηκαν στους πολέμους ή από κρατική βία στην Ευρώπη, ενώ το δεύτερο μισό του αιώνα λιγότερες από 1.000.000, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία.
Ναι, πάνω από εβδομήντα πέντε χρόνια τώρα, στην Ευρώπη απολαμβάνουμε την ειρήνη και τα αγαθά της. Είναι όμως αυτό ο κανόνας ή η εξαίρεση; Καταλάβαμε μήπως στην Ευρώπη την αξία της ειρηνικής συμβίωσης και παγιώσαμε την ειρήνη σαν μόνιμο πλαίσιο συνύπαρξης των λαών; Ή, τύχη αγαθή, βρεθήκαμε να ζούμε σ’ ένα λαμπρό «κενό» της Ιστορίας και κάποια στιγμή, ο ανεξήγητος δαίμονας της φύσης του ανθρώπου θα δώσει ένα τέλος στην ειδυλλιακή παρένθεση που νομίσαμε ότι ήταν κανονικότητα; Οι σκέψεις αυτές με προκάλεσαν να το ψάξω λίγο περισσότερο• και να το μοιραστώ σήμερα μαζί σας.
Pax Romana είναι το όνομα που δώσαμε στην ειρήνη που επικρατούσε σε όλη την τεράστια έκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της. Μόλις όμως η Αυτοκρατορία κατέρρευσε, το 476 μ.Χ., καταλύθηκε και η Pax Romana. Το τι επακολούθησε από τις εισβολές των βαρβάρων στην Ευρώπη, η λέξη «πόλεμος» είναι πολύ ήπια για να το περιγράψει• και κράτησε αυτό κάπου εξακόσια χρόνια, περίπου μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα.
Ακόμα όμως και τους επόμενους αιώνες, οπότε άρχισαν οι λαοί της Ευρώπης να αναπτύσσονται και να εξαπλώνονται, η «ειρήνη» στην Ευρώπη ήταν κάτι το σπάνιο και περιστασιακό. Μέσα από τις συνθήκες αυτές δημιουργήθηκε η «φεουδαρχία». Από τον 10ο αιώνα, λέει ο ιστορικός Michael Howard, ο πόλεμος έγινε μια ασχολία για εξειδικευμένους πλούσιους που εκπαιδεύονταν σε αυτόν από πολύ νεαρή ηλικία. Έναντι των υπηρεσιών τους οι άρχοντες τους παραχωρούσαν εκτάσεις γης. Αυτό ήταν το «φέουδο», το οποίο αποτέλεσε τη βάση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Οι απόγονοι αυτής της τάξης των πολεμιστών διατήρησαν τις τεράστιες εκτάσεις τους στην Ευρώπη μέχρι τον δέκατο έκτο αιώνα, την πολιτική κυριαρχία μέχρι τον δέκατο όγδοο και κάποια κοινωνική υπεροχή μέχρι σήμερα. Επίσης μέσα από συγκρούσεις και πολέμους της περιόδου αυτής συγκροτήθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους (962–1806), την οποία διέλυσε, πάλι με πολέμους, αιώνες αργότερα ο Ναπολέοντας. Στη συνέχεια ακολουθούν οι Νορμανδικές κατακτήσεις (11ος-12ος αι.). Υπήρξαν καθοριστικό φαινόμενο της μεσαιωνικής ιστορίας, κατά τις οποίες πολεμιστές από τη Νορμανδία (απόγονοι των Βίκινγκς) κατέλαβαν την Αγγλία (1066), τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία. Εκεί ίδρυσαν ισχυρά, συγκεντρωτικά κράτη, αναδιαμορφώνοντας την πολιτική σκηνή της Ευρώπης και της Μεσογείου. Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο πόλεμος λειτούργησε ως μηχανισμός συγκρότησης κρατών και η βία ως μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας.
Κοντά στους πολέμους αυτούς αρχίζουν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και οι Σταυροφορίες (1096-1291), με εκατομμύρια θύματα, στρατιώτες και αμάχους. Η Χριστιανική Ευρώπη φαίνεται να αντιπαρατίθεται στο Ισλάμ. Η πίστη στρατιωτικοποιείται και ο πόλεμος παίρνει διαστάσεις ιερής αποστολής. Τότε θεμελιώνεται και η ευρωπαϊκή ιδέα της «πολιτισμικής ανωτερότητας μέσω της βίας», ιδέα που θα πληρώσουν, δύο αιώνες αργότερα, πολύ ακριβά οι ιθαγενείς της Αφρικής και της Αμερικής.
Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μέσα από τους πολέμους ενισχύθηκαν κάποιες μοναρχίες, άρχισε να γεννάται η εθνική συνείδηση, να μορφοποιούνται έθνη στην Ευρώπη, οι στρατοί να γίνονται κρατικοί και οι πόλεμοι εθνικοί. Ο μεγαλύτερος πόλεμος της εποχής αυτής ήταν ο Εκατονταετής Πόλεμος (διήρκεσε 116 χρόνια, 1337-1453) μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
Ο 16ος αιώνας συνταράσσεται από θρησκευτικούς εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι διαλύουν από τα μέσα τη συνοχή των κοινωνιών. Ιδιαίτερα σκληροί ήταν οι θρησκευτικοί πόλεμοι στη Γαλλία (1562-1598), μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, επίσης με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
Κατά τον 17ο αιώνα έγινε ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648). Είναι ο πιο καταστροφικός πόλεμος πριν τον 20ο αιώνα. Σε αυτόν ενεπλάκησαν σχεδόν όλες οι σημαντικές χώρες της Ευρώπης. Τα θύματα εκτιμώνται σε 6 έως 8 εκατομμύρια και ειδικά στη Γερμανία αφανίστηκε το 30 με 40% του πληθυσμού. Ο πόλεμος αυτός, με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, «γέννησε» το σύγχρονο κυρίαρχο κράτος και το σύγχρονο διεθνές σύστημα.
Στον 18ο αιώνα, οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι παύουν να είναι μόνο δυναστικοί και γίνονται συστηματικά πόλεμοι ισορροπίας δυνάμεων. Ο πόλεμος μετατρέπεται σε κανονικό εργαλείο γεωπολιτικής διαχείρισης της Ευρώπης και οδήγησε στην άνοδο της Βρετανίας, στην στρατιωτικοποίηση των κρατών και την ανάδειξη των «μεγάλων δυνάμεων».
Προς το τέλος του αιώνα αυτού (1789) έγινε η Γαλλική Επανάσταση. Οι Γαλλικοί Επαναστατικοί και Ναπολεόντειοι Πόλεμοι για εικοσιπέντε περίπου χρόνια (1792-1815) συντάραξαν την Ευρώπη και άλλαξαν τον χάρτη της. Αυξήθηκε ο εθνικισμός, οι πόλεμοι έγιναν μαζικοί (τα θύματα των πολέμων αυτών εκτιμώνται σε 3 με 6 εκατομμύρια) και γεννήθηκε ο εθνικός στρατός κατά το σύνθημα των Γάλλων «το έθνος στα όπλα».
Ο 19ος αιώνας ο πόλεμος λειτούργησε ως εργαλείο δημιουργίας εθνών. Έχουμε βέβαια τον δικό μας ξεσηκωμό κατά των Τούρκων, αλλά και τους πολέμους ενοποίησης της Ιταλίας και της Γερμανίας (1859-1871). Δυστυχώς όμως ο 19ος αιώνας προετοίμασε και τον Μεγάλο Πόλεμο που θα ακολουθούσε σε λίγο.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) με 20 περίπου εκατομμύρια νεκρούς, αποτελεί την πρώτη πράξη της ευρωπαϊκής αυτοκαταστροφής. Η δεύτερη πράξη έρχεται με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945) και είναι μια πραγματική γενοκτονία. Τα θύματα παγκοσμίως εκτιμώνται σε 50 με 60 εκατομμύρια, εκ των οποίων πλέον των 30 στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να χάσει η Ευρώπη την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, να διαιρεθεί και να κυριαρχήσουν πλέον παγκοσμίως οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια επικράτησε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως «Ειρήνη υπό απειλή». Είναι η περίοδος του Ψυχρού πολέμου (1945-1991). Η ειρήνη δεν είναι φυσική, αλλά στρατιωτικά επιβεβλημένη. Η αλήθεια είναι πάντως, ότι δεν είχαμε στο διάστημα αυτό μεγάλο πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης. Με τη λήξη του Ψυχρού πολέμου, η τελευταία δεκαετία του αιώνα σημαδεύτηκε από τους Γιουγκοσλαβικούς πολέμους (1991-2001). Σκληροί πόλεμοι, με περίπου 130 χιλιάδες θύματα γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων, οι οποίοι διέλυσαν τη Γιουγκοσλαβία εις τα εξ ων συνετέθη (Σερβία, Κροατία, Βοσνία, Κόσοβο).
Ο 21ος αιώνας φαίνεται να φέρνει το τέλος της μεταπολεμικής ψευδαίσθησης για την ειρήνη. Ο πόλεμος της Ουκρανίας (ο οποίος ουσιαστικά άρχισε το 2014, κορυφώθηκε το 2022 και συνεχίζεται ακόμα με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θύματα), έφερε αντιμέτωπους ουσιαστικά τη Ρωσία με τη Δύση. Τα μέχρι στιγμής ορατά αποτελέσματα είναι μια νέα κρίση ασφάλειας, η εκ νέου στρατιωτικοποίση της Ευρώπης και η πολύ πιθανή αναδιάταξη των συνόρων. Για να μην αναφέρουμε και τον μονίμως επαπειλούμενο πυρηνικό όλεθρο.
Η σύντομη αυτή ιστορική διαδρομή (όσο κουραστική κι αν φαίνεται) αποκαλύπτει κάτι ενοχλητικό: μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η Ευρώπη δεν συγκροτήθηκε παρά μέσα από πολέμους, καταστροφές και επαναλαμβανόμενες κρίσεις βίας. Από τις μεσαιωνικές δυναστικές συγκρούσεις και τις Σταυροφορίες έως τους θρησκευτικούς πολέμους, τους εθνικούς πολέμους του 19ου αιώνα και τις παγκόσμιες συρράξεις του 20ού, ο πόλεμος δεν υπήρξε παρέκκλιση της ευρωπαϊκής ιστορίας αλλά βασικός μηχανισμός συγκρότησης κρατών, συνόρων, εθνών και πολιτικών θεσμών. Ασφαλώς υπήρξαν και περίοδοι ειρηνικής θεσμικής ωρίμανσης. Όμως αυτές δεν συγκρότησαν τη δομή ισχύος της Ευρώπης, τη διαχειρίστηκαν. Τη δομή την έφτιαξε ο πόλεμος.
Η μεταπολεμική «ειρηνική Ευρώπη» υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια ιστορική εξαίρεση. Η μακρά περίοδος σχετικής σταθερότητας μετά το 1945 δεν ήταν προϊόν μιας αιφνίδιας ηθικής ωρίμανσης της ηπείρου, αλλά αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου γεωπολιτικού καθεστώτος: της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας μέσω του ΝΑΤΟ, της πυρηνικής ισορροπίας τρόμου και της διχοτόμησης του κόσμου στον Ψυχρό Πόλεμο. Η ειρήνη δεν αντικατέστησε τον πόλεμο• απλώς μετατράπηκε σε ένοπλη αναμονή.
Όμως η Ευρώπη εσωτερίκευσε την ιδέα ότι ο πόλεμος είναι «αδιανόητος» και έσπευσε να πιστέψει ότι είχε οριστικά εισέλθει σε μια «μετα-ιστορική» εποχή, όπου ο πόλεμος θα ανήκε πλέον στο παρελθόν. Κατά την ίδια λογική και οι κοινωνίες της έγιναν, θα μπορούσαμε να πούμε, «μετά-ηρωικές»• έπαψαν δηλαδή να συγκινούνται από ηρωισμούς και ανδραγαθίες. Από την άλλη οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης έχουν μάθει και συνηθίσει στη διαχείριση και όχι σε αποφάσεις υψηλού ρίσκου, αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έρχεται να διαψεύσει βίαια όλα τα παραπάνω. Δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή σύγκρουση, αλλά την επιστροφή του διακρατικού πολέμου υψηλής έντασης στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, την επανεμφάνιση των συνόρων, της ισχύος και της γεωπολιτικής ως καθοριστικών παραγόντων της ιστορίας. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει τη στρατηγική αδυναμία μιας Ευρώπης που επί δεκαετίες συνήθισε να ζει υπό ξένη προστασία. Σε αυτή την καθοριστική συγκυρία η Ευρώπη βρίσκεται χωρίς ενιαίο στρατό, χωρίς κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα, χωρίς κοινωνική προετοιμασία για πόλεμο. Στον εκνευρισμό και την ένταση που δημιουργεί αυτή συνθήκη θα πρέπει ίσως να αποδώσουμε την ιστορική (και κατά την άποψή μου επικίνδυνη) τομή να επιτραπεί ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, καθώς και οι μακάβριες δηλώσεις Πρωθυπουργών και Υπουργών Άμυνας (και του δικού μας περιλαμβανομένου), ότι το καλοκαίρι που πέρασε ήταν το τελευταίο ειρηνικό, ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα πρέπει να συνηθίσουν να υποδέχονται φέρετρα και άλλα παρόμοια.
Η Ευρώπη πίστεψε ότι είχε ξεπεράσει τον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, απλώς έπαψε να τον σκέφτεται. Από τη σύντομη εξιστόρηση των ευρωπαϊκών πολέμων που παρέθεσα, πιστεύω ότι έγινε φανερό ότι ο πόλεμος υπήρξε ανέκαθεν θεμελιώδης δύναμη διαμόρφωσης της ίδιας της ιστορικής μοίρας της ηπείρου. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη• αυτό ήδη συνέβη. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη είναι ακόμη ικανή να τον κατανοήσει και να τον αντιμετωπίσει ως ιστορικό της πεπρωμένο, ή αν η ιστορία δεν συγχωρεί πλέον όσους αρνούνται να τη δουν κατάματα. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι απειλείται από πόλεμο, αλλά ότι δεν θυμάται πια τι είναι ο πόλεμος!
(*) Δρ. Μηχανικός
π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου