Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.





Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΟΥΦΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΟΥΦΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ .... Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης (*) 
Προ ημερών, διαβάζοντας ένα βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου, συνάντησα σε κάποιο σημείο τη φράση «…ποιόν κρίκο της αλυσίδας των αιώνων θα αγγίξετε και θα τον βρείτε στεγνό από αίμα;». Η αντίθεση προς την κοινή εμπειρία της γενιάς μας, με παραξένεψε προς στιγμή. Αλήθεια, πόσες φορές (όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε μετά το 1950) δεν ευλογήσαμε και καλοτυχίσαμε τη γενιά μας που δεν γνώρισε πόλεμο! Πέρα από τις ευχάριστες αναμνήσεις των ειρηνικών χρόνων της ζωής μας και οι ψυχροί αριθμοί μιλούν γι’ αυτό. Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, 60.000.000 ψυχές χάθηκαν στους πολέμους ή από κρατική βία στην Ευρώπη, ενώ το δεύτερο μισό του αιώνα λιγότερες από 1.000.000, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία.
Ναι, πάνω από εβδομήντα πέντε χρόνια τώρα, στην Ευρώπη απολαμβάνουμε την ειρήνη και τα αγαθά της. Είναι όμως αυτό ο κανόνας ή η εξαίρεση; Καταλάβαμε μήπως στην Ευρώπη την αξία της ειρηνικής συμβίωσης και παγιώσαμε την ειρήνη σαν μόνιμο πλαίσιο συνύπαρξης των λαών; Ή, τύχη αγαθή, βρεθήκαμε να ζούμε σ’ ένα λαμπρό «κενό» της Ιστορίας και κάποια στιγμή, ο ανεξήγητος δαίμονας της φύσης του ανθρώπου θα δώσει ένα τέλος στην ειδυλλιακή παρένθεση που νομίσαμε ότι ήταν κανονικότητα; Οι σκέψεις αυτές με προκάλεσαν να το ψάξω λίγο περισσότερο• και να το μοιραστώ σήμερα μαζί σας.
Pax Romana είναι το όνομα που δώσαμε στην ειρήνη που επικρατούσε σε όλη την τεράστια έκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της. Μόλις όμως η Αυτοκρατορία κατέρρευσε, το 476 μ.Χ., καταλύθηκε και η Pax Romana. Το τι επακολούθησε από τις εισβολές των βαρβάρων στην Ευρώπη, η λέξη «πόλεμος» είναι πολύ ήπια για να το περιγράψει• και κράτησε αυτό κάπου εξακόσια χρόνια, περίπου μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα. 
Ακόμα όμως και τους επόμενους αιώνες, οπότε άρχισαν οι λαοί της Ευρώπης να αναπτύσσονται και να εξαπλώνονται, η «ειρήνη» στην Ευρώπη ήταν κάτι το σπάνιο και περιστασιακό. Μέσα από τις συνθήκες αυτές δημιουργήθηκε η «φεουδαρχία». Από τον 10ο αιώνα, λέει ο ιστορικός Michael Howard, ο πόλεμος έγινε μια ασχολία για εξειδικευμένους πλούσιους που εκπαιδεύονταν σε αυτόν από πολύ νεαρή ηλικία. Έναντι των υπηρεσιών τους οι άρχοντες τους παραχωρούσαν εκτάσεις γης. Αυτό ήταν το «φέουδο», το οποίο αποτέλεσε τη βάση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Οι απόγονοι αυτής της τάξης των πολεμιστών διατήρησαν τις τεράστιες εκτάσεις τους στην Ευρώπη μέχρι τον δέκατο έκτο αιώνα, την πολιτική κυριαρχία μέχρι τον δέκατο όγδοο και κάποια κοινωνική υπεροχή μέχρι σήμερα. Επίσης μέσα από συγκρούσεις και πολέμους της περιόδου αυτής συγκροτήθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους (962–1806), την οποία διέλυσε, πάλι με πολέμους, αιώνες αργότερα ο Ναπολέοντας. Στη συνέχεια ακολουθούν οι Νορμανδικές κατακτήσεις (11ος-12ος αι.). Υπήρξαν καθοριστικό φαινόμενο της μεσαιωνικής ιστορίας, κατά τις οποίες πολεμιστές από τη Νορμανδία (απόγονοι των Βίκινγκς) κατέλαβαν την Αγγλία (1066), τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία. Εκεί ίδρυσαν ισχυρά, συγκεντρωτικά κράτη, αναδιαμορφώνοντας την πολιτική σκηνή της Ευρώπης και της Μεσογείου. Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο πόλεμος λειτούργησε ως μηχανισμός συγκρότησης κρατών και η βία ως μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας.
Κοντά στους πολέμους αυτούς αρχίζουν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και οι Σταυροφορίες (1096-1291), με εκατομμύρια θύματα, στρατιώτες και αμάχους. Η Χριστιανική Ευρώπη φαίνεται να αντιπαρατίθεται στο Ισλάμ. Η πίστη στρατιωτικοποιείται και ο πόλεμος παίρνει διαστάσεις ιερής αποστολής. Τότε θεμελιώνεται και η ευρωπαϊκή ιδέα της «πολιτισμικής ανωτερότητας μέσω της βίας», ιδέα που θα πληρώσουν, δύο αιώνες αργότερα, πολύ ακριβά οι ιθαγενείς της Αφρικής και της Αμερικής.
Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μέσα από τους πολέμους ενισχύθηκαν κάποιες μοναρχίες, άρχισε να γεννάται η εθνική συνείδηση, να μορφοποιούνται έθνη στην Ευρώπη, οι στρατοί να γίνονται κρατικοί και οι πόλεμοι εθνικοί. Ο μεγαλύτερος πόλεμος της εποχής αυτής ήταν ο Εκατονταετής Πόλεμος (διήρκεσε 116 χρόνια, 1337-1453) μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
Ο 16ος αιώνας συνταράσσεται από θρησκευτικούς εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι διαλύουν από τα μέσα τη συνοχή των κοινωνιών. Ιδιαίτερα σκληροί ήταν οι θρησκευτικοί πόλεμοι στη Γαλλία (1562-1598), μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, επίσης με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
Κατά τον 17ο αιώνα έγινε ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648). Είναι ο πιο καταστροφικός πόλεμος πριν τον 20ο αιώνα. Σε αυτόν ενεπλάκησαν σχεδόν όλες οι σημαντικές χώρες της Ευρώπης. Τα θύματα εκτιμώνται σε 6 έως 8 εκατομμύρια και ειδικά στη Γερμανία αφανίστηκε το 30 με 40% του πληθυσμού. Ο πόλεμος αυτός, με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, «γέννησε» το σύγχρονο κυρίαρχο κράτος και το σύγχρονο διεθνές σύστημα.
Στον 18ο αιώνα, οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι παύουν να είναι μόνο δυναστικοί και γίνονται συστηματικά πόλεμοι ισορροπίας δυνάμεων. Ο πόλεμος μετατρέπεται σε κανονικό εργαλείο γεωπολιτικής διαχείρισης της Ευρώπης και οδήγησε στην άνοδο της Βρετανίας, στην στρατιωτικοποίηση των κρατών και την ανάδειξη των «μεγάλων δυνάμεων». 
Προς το τέλος του αιώνα αυτού (1789) έγινε η Γαλλική Επανάσταση. Οι Γαλλικοί Επαναστατικοί και Ναπολεόντειοι Πόλεμοι για εικοσιπέντε περίπου χρόνια (1792-1815) συντάραξαν την Ευρώπη και άλλαξαν τον χάρτη της. Αυξήθηκε ο εθνικισμός, οι πόλεμοι έγιναν μαζικοί (τα θύματα των πολέμων αυτών εκτιμώνται σε 3 με 6 εκατομμύρια) και γεννήθηκε ο εθνικός στρατός κατά το σύνθημα των Γάλλων «το έθνος στα όπλα».  
Ο 19ος αιώνας ο πόλεμος λειτούργησε ως εργαλείο δημιουργίας εθνών. Έχουμε βέβαια τον δικό μας ξεσηκωμό κατά των Τούρκων, αλλά και τους πολέμους ενοποίησης της Ιταλίας και της Γερμανίας (1859-1871). Δυστυχώς όμως ο 19ος αιώνας προετοίμασε και τον Μεγάλο Πόλεμο που θα ακολουθούσε σε λίγο.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) με 20 περίπου εκατομμύρια νεκρούς, αποτελεί την πρώτη πράξη της ευρωπαϊκής αυτοκαταστροφής. Η δεύτερη πράξη έρχεται με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945) και είναι μια πραγματική γενοκτονία. Τα θύματα παγκοσμίως εκτιμώνται σε 50 με 60 εκατομμύρια, εκ των οποίων πλέον των 30 στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να χάσει η Ευρώπη την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, να διαιρεθεί και να κυριαρχήσουν πλέον παγκοσμίως οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια επικράτησε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως «Ειρήνη υπό απειλή». Είναι η περίοδος του Ψυχρού πολέμου (1945-1991). Η ειρήνη δεν είναι φυσική, αλλά στρατιωτικά επιβεβλημένη. Η αλήθεια είναι πάντως, ότι δεν είχαμε στο διάστημα αυτό μεγάλο πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης. Με τη λήξη του Ψυχρού πολέμου, η τελευταία δεκαετία του αιώνα σημαδεύτηκε από τους Γιουγκοσλαβικούς πολέμους (1991-2001). Σκληροί πόλεμοι, με περίπου 130 χιλιάδες θύματα γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων, οι οποίοι διέλυσαν τη Γιουγκοσλαβία εις τα εξ ων συνετέθη (Σερβία, Κροατία, Βοσνία, Κόσοβο).
Ο 21ος αιώνας φαίνεται να φέρνει το τέλος της μεταπολεμικής ψευδαίσθησης για την ειρήνη. Ο πόλεμος της Ουκρανίας (ο οποίος ουσιαστικά άρχισε το 2014, κορυφώθηκε το 2022 και συνεχίζεται ακόμα με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θύματα), έφερε αντιμέτωπους ουσιαστικά τη Ρωσία με τη Δύση. Τα μέχρι στιγμής ορατά αποτελέσματα είναι μια νέα κρίση ασφάλειας, η εκ νέου στρατιωτικοποίση της Ευρώπης και η πολύ πιθανή αναδιάταξη των συνόρων. Για να μην αναφέρουμε και τον μονίμως επαπειλούμενο πυρηνικό όλεθρο.  
Η σύντομη αυτή ιστορική διαδρομή (όσο κουραστική κι αν φαίνεται) αποκαλύπτει κάτι ενοχλητικό: μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η Ευρώπη δεν συγκροτήθηκε παρά μέσα από πολέμους, καταστροφές και επαναλαμβανόμενες κρίσεις βίας. Από τις μεσαιωνικές δυναστικές συγκρούσεις και τις Σταυροφορίες έως τους θρησκευτικούς πολέμους, τους εθνικούς πολέμους του 19ου αιώνα και τις παγκόσμιες συρράξεις του 20ού, ο πόλεμος δεν υπήρξε παρέκκλιση της ευρωπαϊκής ιστορίας αλλά βασικός μηχανισμός συγκρότησης κρατών, συνόρων, εθνών και πολιτικών θεσμών. Ασφαλώς υπήρξαν και περίοδοι ειρηνικής θεσμικής ωρίμανσης. Όμως αυτές δεν συγκρότησαν τη δομή ισχύος της Ευρώπης, τη διαχειρίστηκαν. Τη δομή την έφτιαξε ο πόλεμος. 
Η μεταπολεμική «ειρηνική Ευρώπη» υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια ιστορική εξαίρεση. Η μακρά περίοδος σχετικής σταθερότητας μετά το 1945 δεν ήταν προϊόν μιας αιφνίδιας ηθικής ωρίμανσης της ηπείρου, αλλά αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου γεωπολιτικού καθεστώτος: της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας μέσω του ΝΑΤΟ, της πυρηνικής ισορροπίας τρόμου και της διχοτόμησης του κόσμου στον Ψυχρό Πόλεμο. Η ειρήνη δεν αντικατέστησε τον πόλεμο• απλώς μετατράπηκε σε ένοπλη αναμονή.
Όμως η Ευρώπη εσωτερίκευσε την ιδέα ότι ο πόλεμος είναι «αδιανόητος» και έσπευσε να πιστέψει ότι είχε οριστικά εισέλθει σε μια «μετα-ιστορική» εποχή, όπου ο πόλεμος θα ανήκε πλέον στο παρελθόν. Κατά την ίδια λογική και οι κοινωνίες της έγιναν, θα μπορούσαμε να πούμε, «μετά-ηρωικές»• έπαψαν δηλαδή να συγκινούνται από ηρωισμούς και ανδραγαθίες. Από την άλλη οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης έχουν μάθει και συνηθίσει στη διαχείριση και όχι σε αποφάσεις υψηλού ρίσκου, αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έρχεται να διαψεύσει βίαια όλα τα παραπάνω. Δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή σύγκρουση, αλλά την επιστροφή του διακρατικού πολέμου υψηλής έντασης στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, την επανεμφάνιση των συνόρων, της ισχύος και της γεωπολιτικής ως καθοριστικών παραγόντων της ιστορίας. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει τη στρατηγική αδυναμία μιας Ευρώπης που επί δεκαετίες συνήθισε να ζει υπό ξένη προστασία. Σε αυτή την καθοριστική συγκυρία η Ευρώπη βρίσκεται χωρίς ενιαίο στρατό, χωρίς κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα, χωρίς κοινωνική προετοιμασία για πόλεμο. Στον εκνευρισμό και την ένταση που δημιουργεί αυτή συνθήκη θα πρέπει ίσως να αποδώσουμε την ιστορική (και κατά την άποψή μου επικίνδυνη) τομή να επιτραπεί ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, καθώς και οι μακάβριες δηλώσεις Πρωθυπουργών και Υπουργών Άμυνας (και του δικού μας περιλαμβανομένου), ότι το καλοκαίρι που πέρασε ήταν το τελευταίο ειρηνικό, ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα πρέπει να συνηθίσουν να υποδέχονται φέρετρα και άλλα παρόμοια. 
Η Ευρώπη πίστεψε ότι είχε ξεπεράσει τον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, απλώς έπαψε να τον σκέφτεται. Από τη σύντομη εξιστόρηση των ευρωπαϊκών πολέμων που παρέθεσα, πιστεύω ότι έγινε φανερό ότι ο πόλεμος υπήρξε ανέκαθεν θεμελιώδης δύναμη διαμόρφωσης της ίδιας της ιστορικής μοίρας της ηπείρου. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη• αυτό ήδη συνέβη. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη είναι ακόμη ικανή να τον κατανοήσει και να τον αντιμετωπίσει ως ιστορικό της πεπρωμένο, ή αν η ιστορία δεν συγχωρεί πλέον όσους αρνούνται να τη δουν κατάματα. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι απειλείται από πόλεμο, αλλά ότι δεν θυμάται πια τι είναι ο πόλεμος!
(*) Δρ. Μηχανικός
       π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ ..ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ (μέρος δεύτερο)

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης*
ΕΔΩ το 1ο μερος
Στο πρώτο άρθρο είδαμε πώς, από την αρχαιότητα έως τον 19ο αιώνα, οι κύκλοι εξουσίας και χειραφέτησης διαδέχονταν ο ένας τον άλλον με βραδύ ρυθμό: αυτοκρατορίες που άντεχαν αιώνες, θρησκευτικές αυθεντίες που καθόριζαν πολλαπλές γενιές, πολιτικά συστήματα που έμοιαζαν πως δεν θα άλλαζαν ποτέ.
Αν ο πρώτος χάρτης της ανθρώπινης ιστορίας είναι γεμάτος αργές τεκτονικές κινήσεις, ο δεύτερος (αυτός που ξεκινά τον τελευταίο ενάμιση αιώνα) θυμίζει σεισμό διαρκείας.
Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, άνοδος και πτώση ολοκληρωτισμών, δημοκρατική επέκταση, οικονομικές καταρρεύσεις, κοινωνικές εκρήξεις. Ό,τι άλλοτε ήθελε εκατοντάδες χρόνια συνέβαινε πλέον σε λίγες δεκαετίες. Ο χρόνος συστέλλεται, οι ιστορικοί κύκλοι επιταχύνονται δραματικά. Πολιτικές φάσεις που κάποτε χρειάζονταν γενιές, τώρα διαδέχονται η μία την άλλη μέσα σε μια δεκαετία. Το εκκρεμές προοδευτισμούσυντηρητισμού κινείται πιο βίαια, πιο απρόβλεπτα. Το ερώτημα είναι γιατί. Τι άλλαξε;
Γιατί οι κοινωνίες δεν σταθεροποιούνται πια για μεγάλα διαστήματα; Και τι σημαίνει αυτό για το 2050, για το 2100, για το μέλλον της δημοκρατίας; Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει μια λογική πίσω από αυτή την επιτάχυνση. Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε κάποιες αιτίες.
Πρώτα-πρώτα η τεχνολογία, που καλπάζει στις μέρες μας. Η τεχνολογία δεν είναι απλώς εργαλείο. Είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η συλλογική ψυχολογία. Στον 20ο αιώνα, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος έδωσαν στα αυταρχικά καθεστώτα μια πρωτοφανή δυνατότητα μαζικής επιρροής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η τηλεόραση ένωσε έθνη γύρω από ένα κέντρο αφήγησης. Στις αρχές του 21ου αιώνα, το διαδίκτυο έκανε το ακριβώς αντίθετο: διέλυσε τα κέντρα, έσπασε τις αφηγήσεις, αποδόμησε τις αυθεντίες.
Σε έναν κόσμο όπου κάθε άτομο έχει μικρόφωνο, η κοινωνική σταθερότητα γίνεται εύθραυστη. Οι παραδοχές που κάποτε χρειάζονταν δεκαετίες ή αιώνες για να αμφισβητηθούν, τώρα αμφισβητούνται μέσα σε μήνες. Οι πολιτικές ιδέες δεν ανεβαίνουν και πέφτουν όπως παλιά. Διαδίδονται, αναφλέγονται, θρυμματίζονται, ξαναγεννιούνται. Η τεχνολογία, υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί σαν ένας επιταχυντής χημικής αντίδρασης· δηλαδή μειώνει τον χρόνο ανάμεσα στα στάδια. Και αυτό δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη προς την πρόοδο. Οδηγεί προς την αστάθεια· και η αστάθεια, ιστορικά, υπήρξε πάντοτε γόνιμο έδαφος για αυταρχικές λύσεις.
Έπειτα είναι η ψυχολογία των μαζών. Οι άνθρωποι δεν αλλάξαμε ως βιολογία. Αλλά αλλάξαμε ως ψυχολογία. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη αλλά «επιλογή». Ο ρόλος, η θέση, η πίστη, η κοινότητα, όλα βρίσκονται υπό αίρεση, υπό συνεχή επαναδιαπραγμάτευση. Αυτό δημιουργεί έναν βαθύ, διάχυτο ψυχικό κλονισμό: ότι τίποτα δεν είναι σταθερό, ότι όλα μπορούν να χαθούν ή να μεταβληθούν γρήγορα. Ο εγκέφαλος προτιμά το απλό αφήγημα από την πολυπλοκότητα. Όταν οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, οι άνθρωποι δεν ζητούν ελευθερία· ζητούν «σίγουρα χέρια». Συχνά πρόκειται για τα λάθος χέρια.
Ο ψυχισμός της σύγχρονης μάζας ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανάγκη για ελευθερία και στην ανάγκη για προστασία. Αυτό εξηγεί γιατί βλέπουμε, μέσα στην ίδια δεκαετία, εκρήξεις προοδευτικής διεκδίκησης και, λίγο μετά, εκρήξεις συντηρητικής αντίδρασης.
Η κοινωνία λειτουργεί σαν εκκρεμές που χάνει σταδιακά τη σταθερή της βάση. Οι κοινωνίες δεν αντέχουν διαρκή αβεβαιότητα. Σε περιόδους ταχείας αλλαγής, οι πολίτες αναζητούν σταθερότητα· ακόμη κι αν αυτή προσφέρεται από αυταρχικούς ηγέτες. Η ψυχολογία προηγείται της πολιτικής.
Η εκπαίδευση είναι ο μεγάλος χαμένος των ταχέων κύκλων. Θα περίμενε κανείς ότι, όσο αυξάνεται η πρόσβαση στη γνώση, οι κύκλοι θα εξομαλύνονταν. Το αντίθετο συνέβη. Η γνώση δεν έγινε βαθύτερη, έγινε ταχύτερη. Οι άνθρωποι καταναλώνουν πληροφορίες αλλά δεν εκπαιδεύονται. Σε πολλές κοινωνίες, η εκπαίδευση έμεινε εγκλωβισμένη στη μετάδοση γνώσεων και όχι στη διαμόρφωση πολιτικής κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία με υπερπληθώρα δεδομένων αλλά έλλειψη πνευματικών φίλτρων.
Η εκπαίδευση, που ιστορικά υπήρξε σταθεροποιητική δύναμη, σήμερα υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα της αγοράς και στον κατακερματισμό του ψηφιακού περιβάλλοντος. Έτσι, οι κοινωνίες δεν αποκτούν αντοχές στον λαϊκισμό και στις επινοημένες βεβαιότητες. Όταν η παιδεία δεν καλλιεργεί πολίτες, γεννά καταναλωτές· και οι καταναλωτές δεν υπερασπίζονται θεσμούς. Οι κύκλοι λοιπόν μικραίνουν όχι μόνο επειδή αλλάζει η τεχνολογία, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Οι κύκλοι δεν είναι μόνο ψυχολογικοί. Είναι και υλικοί. Η οικονομική ανισότητα λειτουργεί ως μηχανή πολιτικής ταλάντωσης. Όταν η ανισότητα αυξάνεται πέρα από ένα όριο, εμφανίζονται εκρήξεις διεκδίκησης, συχνά προοδευτικές. Όταν το σύστημα αντιδρά και «σφίγγει» τους μηχανισμούς ισχύος, ακολουθεί περίοδος συντηρητισμού.
Στον 21ο αιώνα αυτός ο κύκλος επιταχύνθηκε επειδή η οικονομική ανισότητα δεν αυξάνεται με ρυθμό χρόνων, αλλά με ρυθμό μηνών. Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί σαν επιταχυντής κοινωνικών εντάσεων.
Κοντά στα παραπάνω, οι ελίτ δεν παραχωρούν εξουσία χωρίς πίεση. Κάθε φορά που διευρύνεται η δημοκρατία, αναπτύσσεται και η αντίδραση των ισχυρών: πολιτική, οικονομική ή τεχνολογική. Οι ισχυρές ομάδες βρίσκουν τρόπους να ανακατασκευάσουν την ανισότητα.
Καλές, ενδέχεται να πει κανείς, όλες αυτές οι αναλύσεις, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα πορευτούμε μέχρι το 2100; Το σίγουρο είναι ότι ο 21ος αιώνας δεν θα είναι μια ευθεία γραμμή. Θα είναι πεδίο μάχης μεταξύ τεχνολογίας, κλιματικής πίεσης και κοινωνικής συνοχής. Από εκεί και πέρα πρέπει να περάσουμε αναπόφευκτα στη «σεναριολογία». Σε πολλές μελέτες και αναλύσεις συναντάμε τρία βασικά σενάρια (όλα φυσικά με πολιτικό βάθος): το απαισιόδοξο, το πιθανότερο και το αισιόδοξο.
Στο πρώτο σενάριο, το απαισιόδοξο, συμβαίνει εκτροχιασμός. Οι κύκλοι επιταχύνονται τόσο, ώστε η κοινωνική σταθερότητα καταρρέει. Η κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ανισότητα γεννούν διαρκείς αντιδράσεις. Οι δημοκρατίες δεν αντέχουν την πίεση και καταφεύγουν σε «τεχνοκρατικό αυταρχισμό» ή λαϊκιστική δημαγωγία. Είναι το πιο σκοτεινό σενάριο, αλλά καθόλου απίθανο.
Στο δεύτερο σενάριο, το πιθανότερο, επικρατεί μια διαρκής ταλάντωση. Ο κόσμος δεν σταθεροποιείται, αλλά και δεν καταρρέει. Ζούμε μικροκύκλους διάρκειας 8–15 ετών, όπου εναλλάσσονται προοδευτικά και συντηρητικά κύματα. Η δημοκρατία επιβιώνει, αλλά με μόνιμη νευρικότητα, σαν οργανισμός με χρόνια αρρυθμία.
Στο τρίτο σενάριο, το αισιόδοξο, επέρχεται δημοκρατική ανασύνθεση. Η τεχνολογία σταθεροποιείται, η εκπαίδευση αναθεμελιώνεται, οι κοινωνίες αποκτούν νέους μηχανισμούς ανθεκτικότητας. Η δημοκρατία ωριμάζει μέσα από κρίσεις και δεν καταλύεται. Μπαίνουμε σε νέο, βραδύτερο κύκλο, όπου η πρόοδος δεν εναλλάσσεται βίαια με την αντίδραση αλλά συνυπάρχει με θεσμικά αντίβαρα.
Οι κύκλοι της Ιστορίας δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτικό. Γεννιούνται από τον φόβο, την επιθυμία, την ανισότητα· από την ταχύτητα της τεχνολογίας και την ποιότητα της εκπαίδευσης· από τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες θυμούνται και ξεχνούν.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται επειδή το θέλει· επαναλαμβάνεται επειδή οι κοινωνίες ξεχνούν ότι μπορούν να την αλλάξουν. Ξεχνάμε ότι δεν είμαστε παρατηρητές των κυμάτων, είμαστε οι δημιουργοί τους.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα έρθει νέος κύκλος· αλλά ποιος θα τον καθορίσει.
Αυτό θα κριθεί όχι από το παρελθόν, αλλά από το θάρρος του παρόντος.
Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι, η δημοκρατία είναι ο πιο ακριβός τρόπος διακυβέρνησης αλλά και ο μόνος που αποτρέπει τη διολίσθηση στη βαρβαρότητα.

* Δρ. Μηχανικός
 τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ / ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ..ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης *
Μια επίκαιρη ανάγνωση της φιλοσοφίας του απέναντι στον φόβο, την επιθυμία και το άγχος της εποχής μας.
Ο Φεβρουάριος είναι ο γενέθλιος μήνας του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου της Ελληνιστικής εποχής, του Επίκουρου. Τον μήνα αυτό, κάθε χρόνο, τιμάται η μνήμη του και γίνεται εκτενής αναφορά στον φιλοσοφικό του στοχασμό στο καθιερωμένο διήμερο Συμπόσιο που πραγματοποιείται στον αρχαίο Δήμο Γαργηττού, τον σημερινό Δήμο Γέρακα στην Αττική (φέτος, το 16ο Συμπόσιο, στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 2026).
Συχνά, όσοι γοητεύονται από την ομορφιά του λόγου και τη λεπτότητα του στοχασμού των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων δεν υποψιάζονται ότι αυτό που γνώρισαν είναι μόνο μία όψη της Ελληνικής Αρχαιότητας. Ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας πνευματικής κληρονομιάς χάθηκε, ενώ ό,τι έφθασε ως εμάς πέρασε μέσα από φίλτρα επιλογής, ερμηνείας και αξιολόγησης μεταγενέστερων εποχών. Στη διαδικασία αυτή έπαιξαν ρόλο οι ιδεολογικές και θρησκευτικές μετατοπίσεις των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, καθώς και η μεταγενέστερη κυριαρχία ρευμάτων ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, που επηρέασαν αποφασιστικά ποια έργα διασώθηκαν και ποια παραμερίστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, οι επικούρειες σχολές και κοινότητες γνώρισαν μεγάλη διάδοση και άντεξαν επί περισσότερους από έξι αιώνες.
Ο Πλάτωνας και ο Επίκουρος, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Χ. Θεοδωρίδης, μπορούν να ιδωθούν ως δύο πόλοι της συναισθηματικής και διανοητικής ζωής του ανθρώπου. Στο έργο τους πήραν σαφή μορφή δύο διαφορετικές τάσεις της φιλοσοφίας: η ιδεαλιστική και η υλιστική. Η αντίθεση αυτή δεν σημαίνει ότι η μία πλευρά είναι «σωστή» και η άλλη «λανθασμένη», αλλά ότι εκφράζουν δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στη μακρά διαδρομή της ιστορίας, οι άνθρωποι συχνά ένιωσαν πιο οικεία τη θρησκευτική και μυθική όψη της αρχαιότητας. Έτσι βρέθηκαν κοντύτερα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη: ο πρώτος αξιοποίησε δημιουργικά τον μύθο και τη θρησκευτική γλώσσα για να αναπτύξει την ιδεαλιστική του φιλοσοφία, ενώ ο δεύτερος της έδωσε συστηματική, διδακτική μορφή. Η πρόσληψη του πλατωνισμού από τον χριστιανισμό κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, ιδίως μέσω του νεοπλατωνισμού, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία.
Αντίθετα, ο Επίκουρος ανέπτυξε ένα συνεκτικό και βαθιά ανθρώπινο φιλοσοφικό σύστημα, που κέρδισε ευρεία απήχηση επειδή έδωσε σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα. Για τον Επίκουρο, η φιλοσοφία δεν είναι θεωρητική άσκηση, αλλά πρακτική τέχνη ζωής. Σκοπός της είναι η ευδαιμονία του ανθρώπου. Η αληθινή φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο από «την τέχνη του ευ ζην».
Ο πυρήνας της επικούρειας σκέψης είναι απλός: ο άνθρωπος μπορεί να οικοδομήσει την ευτυχία του, αν απαλλαγεί από όσα τον ταράζουν. Πρώτες και βασικές πηγές ταραχής είναι οι φόβοι: ο φόβος των θεών και των ουράνιων φαινομένων, ο φόβος του θανάτου, οι προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες και, γενικότερα, η άγνοια. Άλλη πηγή δυστυχίας είναι οι άμετρες επιθυμίες και φιλοδοξίες που ξεπερνούν το φυσικό μέτρο. Ο Επίκουρος δίδαξε ότι πραγματικός πλούτος δεν είναι να χρησιμοποιεί κανείς πολλά, αλλά να χρειάζεται λίγα.
Η περίφημη «ηδονή» του Επίκουρου δεν έχει καμία σχέση με την υπερβολή και την αχαλίνωτη απόλαυση. Είναι η κατάσταση της απουσίας σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής. Όταν απομακρυνθούν οι φόβοι και οι μάταιες επιθυμίες, η ψυχή γαληνεύει και ο άνθρωπος φθάνει στην αταραξία. Σε αυτή την κατάσταση, η καλή διάθεση και η δημιουργικότητα αναβλύζουν φυσικά, επιτρέποντας στον άνθρωπο να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του και να ζήσει αρμονικά με τους άλλους.
Κατά τον Επίκουρο, ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος από μεταφυσικά δεσμά. Η ευτυχία δεν του χαρίζεται «απ’ έξω», αλλά βρίσκεται μέσα του, αρκεί να απομακρύνει όσα τον εμποδίζουν να ζήσει απλά, λογικά και χωρίς φόβο. Το βασικό εμπόδιο στην ευδαιμονία είναι, τελικά, εκείνο που σήμερα θα ονομάζαμε διάχυτο ανθρώπινο άγχος: μια κατάσταση που τρέφεται από ανασφάλεια, υπερβολικές απαιτήσεις και διαρκή σύγκριση.
Το σύντομο αυτό σημείωμα, με αφορμή τα γενέθλια του Επίκουρου, δεν αποσκοπεί μόνο στον φόρο τιμής προς τον φιλόσοφο. Θέλει να υπενθυμίσει ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος να σκεφτόμαστε τη ζωή και την ευτυχία. Και ότι, αν στοιχεία της επικούρειας σκέψης είχαν διαμορφώσει βαθύτερα τη δυτική παράδοση, ίσως η στάση μας απέναντι στον φόβο, την επιθυμία και το άγχος να ήταν σήμερα λιγότερο βαριά και περισσότερο ανθρώπινη.

* Δρ. Μηχανικός
   τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ/ ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ μέρος 1ο

                                                       
Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης *
Είναι, νομίζω, στην κοινή μας αντίληψη ότι στις μέρες μας, παγκοσμίως, η πολιτική (και κατ’ επέκταση οι κοινωνίες) έχουν μπει, αλλάζοντας ρότα, σε φάση συντηρητική και αυταρχική. Όσοι από εμάς έχουμε κάποια ηλικία ή έχουμε διαβάσει ιστορία γνωρίζουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Αν κοιτάξει κανείς την ιστορία χωρίς ωραιοποιήσεις, βλέπει μια ατελείωτη εναλλαγή μεταξύ δύο αντίρροπων δυνάμεων: εκείνων που θέλουν να ανοίξουν την κοινωνία και εκείνων που θέλουν να την κλείσουν. Η ανθρωπότητα κινείται αιώνες τώρα σαν εκκρεμές ανάμεσα στην ελευθερία και τον έλεγχο, ανάμεσα στη δημοκρατική διεύρυνση και την αυταρχική συρρίκνωση. Μόνο που το εκκρεμές αυτό δεν ακολουθεί σταθερή περίοδο. Η ταχύτητά του εξαρτάται από την τεχνολογία, την παιδεία, τα περιβαλλοντικά σοκ και τη βαθιά ανθρώπινη ψυχολογία.
Αφορμή για το σημερινό και το επόμενο άρθρο υπήρξε αυτή η διαχρονική παρατήρηση: ότι οι ιδεολογίες δεν επικρατούν μια για πάντα• αντ’ αυτού κάνουν κύκλους. Όπως η αναπνοή, όπως οι εποχές. Η Ιστορία μοιάζει να κινείται μέσα σε κύκλους άνθισης και παλινδρόμησης, και όσο πιο πίσω κοιτάμε, τόσο καθαρότερα διακρίνουμε αυτή τη μονότονη αλλά και βαθιά ανθρώπινη επανάληψη.
Για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, οι μεγάλες στροφές πραγματοποιούνταν με ρυθμό αιώνων. Οι κοινωνίες άνοιγαν αργά και έκλειναν επίσης αργά. Η παιδεία ήταν προνόμιο των λίγων, η τεχνολογία σχεδόν στατική, η παραγωγή σχεδόν αμετάβλητη. Σε τέτοιες εποχές, το εκκρεμές μετακινείται με βαρύτητα και αργό πάτημα.
Αν κοιτάξουμε την Αρχαιότητα (περίπου 800 π.Χ. - 500 μ.Χ.) θα δούμε την προοδευτική φάση (8ος - 4ος αι. π.Χ.) κατά την οποία υπήρξε άνθιση της πόλης-κράτους, της φιλοσοφίας, των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης (Αθήνα, 5ος αι. π.Χ.), μιας σχετικής ελευθερίας διαλόγου και στοχασμού. Αλλά θα δούμε και τη συντηρητική φάση (4ος αι. π.Χ. -5ος  αι. μ.Χ.) κατά την οποία ήρθαν η Μακεδονική, η Ρωμαϊκή και τελικά η χριστιανική αυτοκρατορική συγκεντροποίηση∙ δηλαδή κυριάρχησε η τάξη, η ιεραρχία, η θρησκευτική αυθεντία. Ο κύκλος αυτός της προοδευτικής άνθισης και της συντηρητικής παλινδρόμησης είχε διάρκεια περίπου 800 έτη.
Ο Μεσαίωνας (5ος - 15ος  αι.) είναι μια βαθιά συντηρητική φάση της ανθρωπότητας, με σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της θρησκευτικής αυθεντίας και της ιεραρχικής τάξης (καθολικισμός, φεουδαρχία). Μετά το 1100 εμφανίζονται προοδευτικές εξάρσεις, όπως είναι τα αναγεννησιακά ρεύματα, οι αιρέσεις, οι πρώιμες αστικές κοινότητες (Ιταλία, 12ος -15ος αι.) που προετοίμασαν την Αναγέννηση. Επομένως ο κύκλος αυτός κατά τον οποίο άρχισε να σημειώνεται μετατόπιση από τη θεοκεντρική σταθερότητα προς τον ανθρωποκεντρισμό είχε διάρκεια 600 έτη.
Στη διάρκεια της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού (15ος - 18ος αι.) διακρίνουμε την προοδευτική φάση της επανεύρεσης της ατομικότητας, της επιστήμης, της τέχνης, της αμφισβήτησης της εξουσίας. Ο Διαφωτισμός μετά το 1700 κορυφώνει τη λογική, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ενώ στη συνέχεια έρχεται η αντίδραση-συντήρηση με τα αντεπαναστατικά κινήματα, τους θρησκευτικούς πολέμους, την Ιερά Συμμαχία. Εν τέλει το 1848 (19ος αιώνας) τερματίζεται η λεγόμενη "Άνοιξη των Εθνών" όταν οι συντηρητικοί και οι αυτοκράτορες κατόρθωσαν να καταστείλουν τις εξεγέρσεις και να σταθεροποιηθούν στην εξουσία. Αυτή η αντίδραση οδήγησε σε μια περίοδο αυστηρής συντηρητικής αποκατάστασης και περιορισμού των πολιτικών ελευθεριών η οποία διήρκεσε μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουμε έτσι ένα κύκλο διάρκειας 150 ετών.
Ο 20ος  αιώνας εμφανίζει δύο ισχυρά προοδευτικά κύματα και συγκεκριμένα την περίοδο 1917 - 1920 με τη Ρωσική επανάσταση και τα αντιαποικιακά κινήματα και την περίοδο 1945 - 1975 με την άνθιση του κοινωνικού κράτους, την αποαποικιοποίηση, τον φεμινισμό,  τα δικαιώματα των πολιτών. Όμως έχουμε και την αντίδραση (τα συντηρητικά κύματα) του μεσοπολέμου• το φασισμό και το ναζισμό ως ακροδεξιές ολοκληρωτικές απαντήσεις και τον σταλινισμό ως αυταρχική εκτροπή του σοσιαλιστικού εγχειρήματος, που συνιστούν αυταρχικές απαντήσεις στην κρίση. Αλλά και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού από το 1980 και μετά, οπότε σημειώνεται μια μετατόπιση από τη συλλογικότητα και την ισότητα προς την αγορά και το άτομο. Έτσι, στον 20ο αιώνα, ο κύκλος της ιδεολογικής ταλάντωσης περιορίζεται στα 60 χρόνια. 
Ένα νέο δεδομένο έχει γίνει φανερό, ότι δηλαδή, ο κύκλος της ταλάντωσης μικραίνει. Δεν χρειάζονται αιώνες για να αλλάξει η ιδεολογική κατεύθυνση• αρκούν δεκαετίες. Η πρώτη παγκοσμιοποίηση του 19ου αιώνα επιταχύνει την οικονομία, την επικοινωνία, τη γνώση. Οι ιδέες διαχέονται γρηγορότερα. Η πρόοδος και η αντίδραση εναλλάσσονται με ρυθμό που δεν είχε ξανασυμβεί.
Σε αυτό το πρώτο άρθρο, διατρέξαμε τη μεγάλη ιστορική διαδρομή από την αυγή των πολιτισμών μέχρι τον 19ο  και τον 20ο αιώνα. Παρατηρήσαμε ότι οι πολιτικές και ιδεολογικές κατευθύνσεις δεν κινούνται ποτέ σταθερά. Εναλλάσσονται σε μια μακρά κυκλική κίνηση, της οποίας μόνο την επιφάνεια αγγίζουμε. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Ποιες είναι οι βαθύτερες δυνάμεις - ψυχολογικές, κοινωνικές, τεχνολογικές, περιβαλλοντικές - που ωθούν την ανθρωπότητα να παλινδρομεί; Και γιατί όσο προχωρούμε προς τη σύγχρονη εποχή, οι κύκλοι αυτοί μικραίνουν δραματικά; Σε αυτά θα επιστρέψουμε στο επόμενο άρθρο, μαζί με τα πιθανά σενάρια για το πώς μπορεί να διαμορφωθεί ο κόσμος έως το 2100.

*Δρ. Μηχανικός
τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ … ΣΑΝ ΑΡΧΙΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ ΝΑ ΜΗ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ…

                                                                                           
Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης *
«Πολιτεία τροφή ανθρώπων εστί, καλή μεν αγαθών, η δε εναντία κακών.»
Πλάτων, Μενέξενος, 238c
«Η πολιτεία ανατρέφει τους ανθρώπους – η καλή τους κάνει καλούς, η αντίθετη κακούς»
Τις τελευταίες ημέρες πριν από τις γιορτές παρακολουθήσαμε, από τις τηλεοπτικές οθόνες μας, την πλήρη κονιορτοποίηση κάθε αξιακής κλίμακας που χρειάζεται μια κοινωνία για να διατηρεί συνοχή και συνέχεια.
Έννοιες όπως κόμμα, Βουλή, Κυβέρνηση, Πρωθυπουργός, αλλά και λέξεις όπως εντιμότητα, σεμνότητα, ηθική, απαξιώθηκαν δημόσια, κατά την κατάθεση στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής του επονομαζόμενου «Φραπέ» και των ομοίων του.
Φυσικά, δεν θα μπορούσα να έχω από τον άνθρωπο, του οποίου είδα να ξεδιπλώνεται η προσωπικότητα κατά την κατάθεση, απαίτηση για κάτι καλύτερο. Όμως από τα κόμματα, την Βουλή, την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό έχω απαιτήσεις. 
Να δεχτώ ότι δεν γνωρίζω σε βάθος τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, τα στρατιωτικά, τα ενεργειακά κλπ. και επομένως δεν μπορώ να εκφέρω έγκυρη άποψη γι’ αυτά. Να δεχτώ λοιπόν, χάριν της συζήτησης, ότι καλώς πήραμε τη θέση που πήραμε στο Ουκρανικό, καλώς τους στείλαμε τα όπλα, καλώς αγοράσαμε τις φρεγάτες Belharra και τα αεροπλάνα Rafale, καλώς συμφωνήσαμε για το LNG κ.ο.κ.  Να δεχτώ ότι η Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός έπραξαν τα βέλτιστα για την Ελλάδα - αφού εξ’ ορισμού αυτός είναι ο ρόλος τους.
Αυτό όμως που δεν μπορώ να δεχτώ -και εδώ έχω απαίτηση, όχι απλώς άποψη-  είναι ότι οι ταγοί, οι κυβερνήτες και οι νομοθέτες του Έθνους έκαναν κολλητό και κουμπάρο τον «Φραπέ» και τον κάθε «Φραπέ». Νομίζω ότι αυτό είναι το βασικό. Επειδή, από τη στιγμή που έκαναν κολλητό και κουμπάρο ένα «Φραπέ», τα υπόλοιπα έρχονταν σαν φυσική συνέπεια.
Για να φθάσουν οι «Φραπέδες» να γίνουν βασικοί παίκτες της αγροτικής πολιτικής της χώρας, να εισπράττουν τεράστια ποσά από τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις και να έχουν με τον υπουργό την άνεση που έχει ένα φιλαράκι ή ένας παράγοντας από τον οποίο εξαρτάται η πολιτική του επιβίωση (μην ξεχνάμε ότι σε έξι χρόνια άλλαξαν έξι υπουργοί στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης), δεν αρκούσε η τύχη.
Χρειαζόταν χημεία, κατανόηση και συνεργασία με ισχυρούς παράγοντες του πολιτικού συστήματος και, πρωτίστως, με την ίδια την κυβέρνηση. Άλλωστε, αυτή ωφελήθηκε τα μάλα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κρήτη, που οι «Φραπέδες» την έκαναν μπλε στις τελευταίες εκλογές.
Το πλέον επικίνδυνο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι μέσα στη γενικευμένη και παρατεταμένη διαφθορά και συγκάλυψη ανατρέφονται νέες γενιές πολιτών, οι οποίοι είναι πολύ πιθανόν να θεωρούν αυτή την κατάσταση ως κανονικότητα και τους «Φραπέδες» πρότυπα. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι διατρέχουμε τον κίνδυνο, αν δεν έχει ήδη συμβεί, να εθιστούμε σε αυτή την πραγματικότητα. Άλλωστε, μετράμε ήδη ευάριθμα σκάνδαλα για τα οποία δεν άνοιξε μύτη, ούτε κανενός ίδρωσε το αυτί. Ζούμε ήδη μια δεκαπενταετία συνεχών σκανδάλων (από τη λίστα Λαγκάρντ και τη Siemens, μέχρι τη Novartis, τις υποκλοπές, τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ) χωρίς ποτέ να νιώσει η κοινωνία ότι αποδόθηκε πραγματική ευθύνη.
Όμως -για να θυμηθώ μια φράση του Μάνου Χατζιδάκι- «σαν αρχίσει το πρόσωπο του Τέρατος να μη μας τρομάζει, πάει να πει πως αρχίζουμε να του μοιάζουμε»! Η συμπεριφορά των αρχόντων έχει ισχυρή παιδευτική επίδραση στην κοινωνία• και, αλίμονο για την κοινωνία ,«εάν το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται»;
Υπάρχουν, ευτυχώς, και φωνές που εκφράζουν την πίκρα, την αγανάκτηση και την αηδία που προκαλεί το απαράδεκτο της κατάστασης. Στις 28-12-2025 η Κυριακάτικη «Καθημερινή» είχε κύριο άρθρο με τίτλο: «Το ξήλωμα των “Φραπέδων”», όπου σημειώνει: «Το ζητούμενο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του είναι να τολμήσει την απεξάρτησή του από κάθε είδους “Φραπέδες”…» 
Aν αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο (και πιστεύω πως όλοι το προσυπογράφουμε), τότε το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: ποιος θα πραγματοποιήσει το ξήλωμα των «Φραπέδων»; Διότι οι «Φραπέδες» είναι δημιούργημα της εξουσίας και αυτήν εξυπηρετούν. Το λεγόμενο «σύστημα» τούς καλεί και τούς χρησιμοποιεί, με το αζημίωτο, για τη «λάντζα της εξουσίας», τη βρόμικη δουλειά. 
Βλέπουμε, άλλωστε, πώς υποδέχεται το «σύστημα» ακόμα και την υποψία δημιουργίας πολιτικής κίνησης από την πρόεδρο του Συλλόγου «Τέμπη 2023», κυρία Μαρία Καρυστιανού. Εκείνη, μαζί με τους άλλους γονείς και συγγενείς των θυμάτων, ανεβαίνουν, πέρα από τον ανείπωτο πόνο τους, έναν πραγματικό Γολγοθά εδώ και τρία χρόνια, στην προσπάθειά τους να βρουν το δίκιο τους• κάτι που θα έπρεπε να είναι απλό και αυτονόητο στη δημοκρατία μας. Όμως, μέσα στον άνισο αγώνα τους με το «σύστημα», έκαναν τον πόνο τους δύναμη. Απέδειξαν ότι μπορούν μεθοδικά, επίμονα και αποτελεσματικά να διεκδικούν το δίκιο τους και ότι έχουν τα κότσια να αντιπαλεύουν την ανικανότητα και την αναλγησία ενός ανενδοίαστου μηχανισμού. Ο αγώνας τους - όπως έγραφα τον Ιούλιο του 2025, μετά την ομιλία της κυρίας Καρυστιανού στα Χανιά - έχει γίνει εκ των πραγμάτων πολιτικός. Άπτεται της ασφάλειας, της υγείας, της παιδείας αλλά και της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας, που δεν μπορούν να υπάρξουν η μια χωρίς την άλλη. Δηλαδή αφορά όλους μας. 
Αν τα θέματα αυτά, μαζί με την εντιμότητα, τη σεμνότητα, την ηθική και τη διαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, γίνουν σημαία και πίστη ενός νέου φορέα, της Καρυστιανού ή κάποιου άλλου, τι άλλο έχει να αντιτάξει το «σύστημα» πέραν από διαβολή και συκοφαντία; 
Οψόμεθα.

(*) Δρ. Μηχανικός
 τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ/ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης*
Καμιά φορά οι καιροί είναι γενναιόδωροι με την Ελλάδα. Της χαρίζουν ανθρώπους που φαίνεται να χωρούν πολύ περισσότερα απ’ όσα αντέχουν τα μέτρα της εποχής. Έτσι έγινε και πριν από εκατό χρόνια, το 1925, όταν μέσα στην ίδια χρονιά γεννήθηκαν δύο πρόσωπα που έμελλε να σημαδέψουν την ελληνική τέχνη και την αυτογνωσία μας: ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις. Πολίτες του κόσμου από γεννησιμιού τους, κρητικής καταγωγής αλλά μεγαλωμένοι σε άλλα μέρη, έφεραν την Ελλάδα όπου κι αν πήγαν, και γύρισαν από παντού κάτι δικό τους πίσω σε εμάς.
Για τον Θεοδωράκη μίλησα σε προηγούμενο σημείωμά μου. Το σημερινό είναι αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι - όχι τόσο στον μουσουργό που όλοι αγαπήσαμε, αλλά στον άνθρωπο που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα με τον λόγο, το ήθος και την παρουσία του. Γιατί αν τα τραγούδια του μας μεγάλωσαν, η στάση του μας ενηλικίωσε.
Ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει τις μελωδίες του; Ποιος δεν έχει συγκινηθεί από τη μουσική του στις ταινίες που συνόδευσαν την παιδική και νεανική μας ηλικία; Ποιος δεν έχει νιώσει, χάρις σε ένα τραγούδι του, κάποια ευαίσθητη χορδή να πάλλεται μέσα του, αποκαλύπτοντας συναισθήματα που ίσως δεν γνώριζε καν ότι είχε; Όμως σήμερα θέλω να κοιτάξουμε πέρα από τον συνθέτη. Να δούμε τον ολοκληρωμένο Έλληνα, τον άνθρωπο που με ευαισθησία, πνεύμα και γενναιότητα εξέφρασε μιαν Ελλάδα που μας λείπει - και ταυτόχρονα μένει δυνατόν να υπάρξει.
Ο Χατζιδάκις ήξερε ότι ο άνθρωπος, η κοινωνία, η ζωή δεν χωρούν σε εύκολες κατηγορίες. Δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο. Όπως έλεγε και ο ίδιος, «η παλέτα έχει αμέτρητα χρώματα», κι αυτό είναι η ομορφιά του κόσμου. Γι’ αυτό κι έψαχνε την ουσία των πραγμάτων πέρα από ταμπέλες και πρόχειρες ερμηνείες. Με μια δόση χιούμορ αλλά και αυτογνωσίας, είχε περιγράψει κάποτε τον εαυτό του: «Ως συμπεριφορά, είμαι μεγαλοαστός. Ως καλλιέργεια, είμαι ποιητής. Και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία, είμαι λαϊκός». Ίσως σε αυτήν τη μικρή φράση να συμπυκνώνεται όλη του η πολυπλοκότητα - και η γοητεία.
Εμείς οι Έλληνες βιαζόμαστε συχνά να κατατάξουμε τους ανθρώπους• κι έτσι τον βάλαμε στη Δεξιά, προφανώς γιατί δεν έμοιαζε αρκετά αριστερός για τους αριστερούς. Μα ο τόπος μας θα ήταν ευτυχέστερος αν οι αριστεροί ήταν τόσο αριστεροί και οι δεξιοί τόσο δεξιοί όσο ο Χατζιδάκις. Γιατί ο ίδιος δεν πίστευε στις παρατάξεις αλλά στην ευθύνη του ανθρώπου. Δεν μιλούσε με όρους ιδεολογίας, αλλά με όρους ήθους.
Στον Εμφύλιο στάθηκε απέναντι σε κάθε μισαλλοδοξία, όχι με θυμό αλλά με καθαρότητα. Τον αντιμετώπιζε ως το μεγάλο, συλλογικό μας τραύμα, όχι ως ευκαιρία να θριαμβεύσει μια πλευρά έναντι της άλλης. Δεν χάιδευε αυτιά - ούτε των “δικών του”, ούτε των “άλλων”. Ήξερε πως όποιος χρησιμοποιεί την Ιστορία για να δικαιώσει τον εαυτό του, στο τέλος την ακυρώνει. Κι αυτό, σε μια χώρα που συχνά ζει εγκλωβισμένη στις αφηγήσεις της, είναι πράξη θάρρους.
Η στάση του για την παράδοση ήταν ακόμη μια έκφραση της πνευματικής του καθαρότητας. Δεν την αντιμετώπιζε ως μουσειακή αναπαράσταση ούτε ως εθνική ρητορεία για χρήση σε εορτές και επετείους. Την έβλεπε ως ζωντανή πνοή, ως ποιότητα που έχει νόημα μόνο όταν γίνεται προσωπική καλλιέργεια και συλλογική εξέλιξη. Γιατί η παράδοση, έλεγε, «είναι ό,τι μας βοηθά να γινόμαστε καλύτεροι, όχι ό,τι μας κρατά καθηλωμένους σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε». Θέλω να μείνω λίγο περισσότερο εδώ – στην άποψη του Χατζιδάκι για την παράδοση – και χρησιμοποιώ τα δικά του λόγια: «Κείνο που νιώθω σίγουρα είναι μια φυσική απέχθεια σ’ ό,τι χρειάζεται παράσταση, σε ό,τι γραφικό. Δεν με ενδιαφέρουν οι συνήθειες του πατέρα μου και των λοιπών συγγενών, παρά μόνο στο ποσοστό που συντηρούνται μέσα μου και μ’ εξυπηρετούν στο σήμερα. Κι αν αυτό που περιέχω είναι μια ένδειξη ελληνικής παράδοσης, τότε καλώς να υπάρξει. Γιατί δεν μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική».
Από το 1975 έως το 1981, ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος, δημιούργησε έναν ραδιοφωνικό κόσμο που μοιάζει σήμερα σχεδόν μυθικός. Δεν επρόκειτο για έναν σταθμό ακόμη: ήταν ένα παραθυράκι σε μια άλλη Ελλάδα. Σε μια Ελλάδα που διάβαζε, που άκουγε, που σκεφτόταν• μια Ελλάδα χωρίς φοβικά σύνδρομα, χωρίς κομπλεξικές ανασφάλειες, χωρίς την ανάγκη να αποδείξει συνεχώς την αξία της φωνάζοντας. Το Τρίτο της εποχής του ήταν ίσως η πιο “ευρωπαϊκή” στιγμή της ελληνικής ραδιοφωνίας - ακριβώς επειδή ήταν η πιο βαθιά ελληνική. Γιατί στηριζόταν όχι στην επιφάνεια, αλλά στην ποιότητα.
Κι όμως, παρά την αυστηρότητα που συχνά εξέπεμπε, ο Χατζιδάκις ήταν ένας βαθιά τρυφερός άνθρωπος. Είχε την ευγένεια εκείνη που δεν φωνάζει, την αξιοπρέπεια που δεν παρατάσσεται, την ευφυΐα που δεν επιδεικνύεται. Είχε μιαν εσωτερική περηφάνια, όχι για τον εαυτό του, αλλά για την Ελλάδα που πίστευε πως θα μπορούσε - και θα όφειλε - να είναι.
Σε μια εποχή σαν τη σημερινή, όπου ο δημόσιος λόγος συχνά κατακερματίζεται σε συνθήματα, κραυγές και εύκολες βεβαιότητες, ο Χατζιδάκις μοιάζει σχεδόν ανατρεπτικός. Μας θυμίζει ότι η καλλιέργεια είναι πράξη αντίστασης, ότι η ευγένεια είναι δύναμη, ότι η σκέψη είναι υποχρέωση και όχι πολυτέλεια.
Και κυρίως ότι ο πολιτισμός δεν είναι τα λόγια μας, αλλά οι πράξεις μας.
Αυτός ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις: ένας ωραίος Έλληνας. Όχι επειδή ήταν αλάνθαστος - κανείς δεν είναι. Αλλά επειδή κατάφερε να ενώσει την ευφυΐα με το ήθος, την ποίηση με την πράξη, την προσωπική αλήθεια με τη δημόσια ευθύνη. Κατάφερε να εκφράσει μια Ελλάδα που θα θέλαμε να είμαστε: λιγότερο θορυβώδη, περισσότερο ουσιαστική• λιγότερο διχασμένη, περισσότερο δημιουργική.
Και ίσως, στο τέλος, αυτό είναι που μας λείπει περισσότερο σήμερα.

*Δρ. Μηχανικός
τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ/ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Το μακρύ ταξίδι της σκέψης ως τον Μεσαίωνα 
Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης 
«Η φιλοσοφία γεννήθηκε όταν ο άνθρωπος τόλμησε να ρωτήσει όχι ποιος δημιούργησε τον κόσμο, αλλά πώς λειτουργεί.» Bertrand Russell (φιλόσοφος)
Η φιλοσοφία δεν είναι μόνο θεωρίες. Είναι η ιστορία του ανθρώπινου τρόπου να καταλαβαίνει τον κόσμο και τον εαυτό του. Από την ελληνική αρχαιότητα έως τις πιο σύγχρονες ιδέες, κάθε εποχή πρόσθεσε μια νέα απάντηση στο ίδιο διαρκές ερώτημα: «τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι;». Στον σύντομο αυτό οδηγό θα γνωρίσουμε τα κύρια φιλοσοφικά ρεύματα - από την αρχαϊκή Ελλάδα μέχρι την αυγή του Μεσαίωνα. 
Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, σήμερα την πορεία αυτή της ελληνικής διανόησης μέσα από το βιβλίο «Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας» του Ιταλού ελληνιστή καθηγητή Mario Vegetti, εκδόσεις Π. Τραυλός, Αθήνα, 2000:
Για να υπάρξει μια κοινωνία, χρειάζεται ένας πολιτισμός που θα περιέχει μια συλλογική γνώση και θα δίνει μια πειστική απάντηση σε θεμελιώδη προβλήματα όπως: η γέννηση και ο θάνατος, η συμπεριφορά προς τους θεούς και τους συνανθρώπους, τα γεγονότα της ατομικής και συλλογικής ζωής και, γενικά ποια είναι η θέση που αρμόζει στους ανθρώπους μέσα στο σύνολο του κόσμου και της φύσης. 
Αυτή την καθοριστική λειτουργία είχε ο μύθος (ομηρικά έπη, Ησίοδος κ.ά.) για τους Έλληνες της Αρχαϊκής περιόδου (περίπου 800π.Χ. έως 500 π.Χ.). Να σημειωθεί ότι οι Έλληνες δεν είχαν ποτέ κάποιο ιερό βιβλίο όπως η Βίβλος ή το Κοράνι, με «εξ αποκαλύψεως αλήθειες».
Οι ελληνικές πόλεις του 6ου και του 5ου π.Χ. αιώνα ήταν πλέον περισσότερο ανεπτυγμένες και σύνθετες από παλαιότερα και οι πολιτιστικές τους ανάγκες άρχισαν να μη βρίσκουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο μύθο. 
Από τον 5ο αιώνα π.Χ. και μετά, συντελέστηκαν σημαντικές μεταβολές εξαιρετικής σημασίας για την ιστορία του πνεύματος και του ανθρώπου γενικότερα. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν η γέννηση της φιλοσοφικής και αργότερα της επιστημονικής σκέψης. Η ελληνική κοινωνία της εποχής ήταν ιδανική και μοναδική για να αναπτυχθεί η φιλοσοφική σκέψη. Δεν υπήρχε καμία εξουσία κρατική ή εκκλησιαστική που να έχει τη δύναμη να αποφασίζει δογματικά για το ποια είναι η θεμιτή μορφή γνώσης και αξιών (αναπόφευκτα συγκρίνουμε με την οπισθοδρόμηση και την κατάπτωση στα χρόνια της Ιεράς Εξέτασης 1700 χρόνια αργότερα, η οποία έδρασε για 600 ολόκληρα χρόνια!). Δηλαδή η ελληνική κοινωνία του 5ου αιώνα π.Χ. άφηνε μεγάλα περιθώρια για σύγκριση και σύγκρουση ανάμεσα στις ποικίλες μορφές αντιμαχόμενων τρόπων σκέψης. Ο φιλοσοφικός λόγος γεννιέται ως δημόσιος λόγος που επιζητεί συναίνεση• προϋποθέτει εξ ορισμού τη δυνατότητα συγκρότησης αντιλόγου με σκοπό την αναίρεσή του, αλλά και το δικαίωμα της ανταπάντησης.
Αυτή η μορφή στοχασμού δεν παρουσιάστηκε ως «σοφία», δηλαδή ως πλήρης κατοχή γνώσης, αλλά ακριβώς ως «φιλο-σοφία», δηλαδή ως αγάπη για τη γνώση, ως κίνηση προς αυτήν.
Η φιλοσοφία κινήθηκε βασικά σε δύο τομείς: από τη μία ως έρευνα των γνώσεων που κατέχουν ή πιστεύουν ότι κατέχουν οι άνθρωποι και από την άλλη ως έρευνα επί των αξιών που καθοδηγούν την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο προσωκρατικός Παρμενίδης (515 π.Χ. - 470 π.Χ.) έθεσε πρώτος το ερώτημα «Τι εστί Είναι»; Σήμερα θα λέγαμε: Τι είναι εκείνο που παρέχει τη δυνατότητα να είναι κάτι «ον»; Πρόκειται, κατά τον M. Heidegger, για το ερώτημα που κρύβει το πνευματικό πεπρωμένο της Δύσης. Κατά δε τον G.W.F. Heggel, «Με τον Παρμενίδη άρχισε η πραγματική φιλοσοφία». Σύμφωνα με τον Παρμενίδη μοναδική πηγή αλήθειας είναι η καθαρή μορφή της ορθολογικής σκέψης (ο λόγος ή νους). 
Αντίθετα οι Σοφιστές τον 5ο αιώνα π.Χ. υποστήριξαν ότι η πρώτη και πλέον ασφαλής πηγή πληροφοριών για τον κόσμο, είναι η αισθητηριακή αντίληψη, δηλαδή οι αισθήσεις. Για τους Σοφιστές το κριτήριο αληθείας ενός λόγου είναι η δημόσια συναίνεση που μπορεί να εξασφαλίσει, δηλαδή κατά πόσον μπορεί να πείσει ένα κοινό. Έτσι αναπτύχθηκε η ρητορική, ως τέχνη του «δημοσίως πείθειν».
Ο Πλάτων (427 π.Χ. – 347π.Χ.) ασκεί κριτική στους Σοφιστές διότι η συναίνεση που ζητούν, όπως και η αισθητηριακή εμπειρία, είναι υποκειμενική και ευμετάβλητη. Ο Πλάτων θεμελιώνει μια διχοτόμηση του κόσμου ανάμεσα στον ιδεατό κόσμο των ιδεών, για τον οποίο μπορούμε να εκφραστούμε αληθώς χρησιμοποιώντας τη λογική, και σε ένα άλλο κόσμο, των σωμάτων, της ύλης και των αισθήσεων, ο οποίος είναι απατηλός και συνεπώς δεν μπορεί να περιγραφεί με αληθείς προτάσεις.
Ο Αριστοτέλης (384 π.Χ. – 322 π.Χ.) οικοδομεί μια «επιστημονική φιλοσοφία» που γεφυρώνει τα παραπάνω. Κατ’ αυτόν υπάρχουν δύο επίπεδα αλήθειας: το ένα είναι η λογική μορφή που αποτελεί την απόδειξη και το δεύτερο είναι η «πραγματική» ή «εμπειρική» αλήθεια, όπως αυτή προκύπτει μόνο με την παρατήρηση μέσω των αισθήσεων. Επιστήμη είναι η εφαρμογή του πρώτου επιπέδου αληθείας πάνω στο δεύτερο.
Η Ελληνιστική φιλοσοφία (3ος π.Χ. αιώνας και εξής) κινήθηκε σε γενικές γραμμές μέσα στο Αριστοτελικό πλαίσιο. Απέδιδε όμως μεγαλύτερη σημασία στην ενάργεια (προφάνεια), τόσο στη λογική προφάνεια, όσο και στην προφάνεια των αισθήσεων, στην οποία επιμένουν ιδιαίτερα οι Επικούρειοι και οι Στωικοί. Υπήρξε ακόμα μια πολύ ουσιώδης στροφή: Η Κλασική φιλοσοφία ασχολείται με τον πολίτη μέσα στην πόλη (Τι είναι η δικαιοσύνη; Ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα; Πώς διαμορφώνεται ο ενάρετος πολίτης; Ποια είναι η θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινότητα;). Η Ελληνιστική φιλοσοφία ασχολείται με το άτομο μέσα στον κόσμο (Πώς να είμαι καλά ως άτομο; Πώς να πετύχω την ψυχική γαλήνη [αταραξία]; Πώς θα κατακτήσω την εσωτερική ελευθερία; Ποιες είναι οι καλύτερες καθημερινές πρακτικές αυτοκυβέρνησης;).
Στη λογική του Αριστοτέλη, των Επικούρειων και των Στωικών, αντέδρασε το ρεύμα των Σκεπτικών. Οι Σκεπτικοί δεν δέχονταν ότι τα αισθητηριακά δεδομένα και ο λόγος, η λογική, ο στοχασμός, είναι σε θέση να διατυπώσουν θεωρίες ικανές να περιγράψουν την εξωτερική πραγματικότητα. Συνεπώς πρέπει να απαρνηθούμε κάθε γενική θεωρία και να εγκαταλείψουμε κάθε σχέδιο για την κατανόηση της αληθινής φύσης του κόσμου.
Για να δοθεί μια απάντηση στην πρόκληση των Σκεπτικών, επιχειρήθηκε κατά τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα μια προσέγγιση πλατωνισμού και αριστοτελισμού. Η απάντηση που δόθηκε πήρε το όνομα «νεοπλατωνισμός». Ήταν μια επιστροφή στον Πλάτωνα με την έννοια ότι υποστήριζε ότι αυτό που μπορούσε να γνωρίζει ο άνθρωπος ήταν ο κόσμος των ιδεών, ο οποίος διέφερε ουσιωδώς από τον αισθητό κόσμο. Εμφανίστηκε όμως και μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τον Πλάτωνα: ο κόσμος των ιδεών παρουσιαζόταν τώρα ως άμεση απορροή ή προβολή του θείου, το οποίο νοείτο ως ενιαία και μοναδική πραγματικότητα. Έτσι, καθ’ υπέρβαση όλης της ιστορίας της ελληνικής φιλοσοφίας και σε αντίθεση με τις μεγάλες κατακτήσεις της ελληνικής επιστήμης, συνέβη μια επιστροφή στον παλαιό κόσμο του μύθου. 
Στο σημείο αυτό έκλεισε η ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας και άνοιξε η ιστορία της μεσαιωνικής. Τώρα, η αληθινή σοφία έγκειται στο να στοχάζεται κανείς για τη θεϊκή Αρχή και να επιδιώκει την έκσταση που μας οδηγεί σε αυτήν και που μας καθιστά, στο μέτρο του δυνατού βέβαια, όμοιους με τον Θεό. Στον κόσμο δεν υπάρχει παρά δυστυχία και ανοησία• συνεπώς, η δικαιοσύνη και η αρετή δεν συνίστανται πλέον στο να έχουμε μια αρμονική σχέση με τους συνανθρώπους μας, αλλά στη φυγή από τον κόσμο, προκειμένου η ψυχή μας να αρχίσει την άνοδο ήδη από αυτή τη ζωή -πριν από το ταξίδι που θα κάνει μετά το θάνατο- προς τη σφαίρα του θείου. Σε αυτή τη φυγή, σ’ αυτό το ταξίδι έγκειται, σύμφωνα με το νεοπλατωνισμό, η ύψιστη ευτυχία του ανθρώπου.
Κοιτώντας από μακριά αυτό το ταξίδι - από τον μύθο στον λόγο και από εκεί στη θεοκεντρική πίστη του Μεσαίωνα - βλέπουμε πως η σκέψη δεν προχωρά γραμμικά. Προχωρά με άλματα, αντιφάσεις, επιστροφές. Κι όμως, κάθε στάδιο αφήνει ένα ίχνος. Χωρίς τους μύθους, δεν θα υπήρχαν τα ερωτήματα. Χωρίς τον λόγο, δεν θα υπήρχε η επιστήμη. Χωρίς τη μεσαιωνική αναζήτηση του θείου, δεν θα είχε ωριμάσει η ανάγκη για χειραφέτηση που θα ακολουθούσε αργότερα.
Η ιστορία της φιλοσοφίας είναι η ιστορία του ανθρώπου που παλεύει να καταλάβει τον κόσμο και τον εαυτό του. Και είναι μια ιστορία που -ευτυχώς- συνεχίζεται.
Δρ. Μηχανικός
π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ/ ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ..;

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης *
Στην παραπάνω φράση από το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστή Ματθαίου (5:3-11), μπορείς να δώσεις την ερμηνεία ότι: Μακάριοι είναι όσοι έχουν απλό (όχι απλοϊκό) πνεύμα και δεν κάνουν πονηρές σκέψεις. Μπορείς όμως να το ερμηνεύσεις και διαφορετικά, ότι δηλαδή: Μακάριοι είναι όσοι δεν γνωρίζουν πολλά και το μυαλό τους δεν είναι για πολλά. 
Εγώ προσωπικά, από σεβασμό στη θρησκευτική πίστη, αλλά και από την επιθυμία μου να ζω σε μια κοινωνία όπου θα μπορούμε να κουβεντιάζουμε «ήσυχα κι απλά» κι όπου θα λέμε «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» (για να θυμηθώ το Ρίτσο), επιλέγω την πρώτη ερμηνεία. Ωστόσο, οι θιασώτες της δεύτερης φαίνεται να είναι περισσότεροι. 
Αφορμή πήρα από δημοσιεύματα του τύπου που πληροφορούν ότι το Υπουργείο Παιδείας του Ισραήλ αφαιρεί από την εξεταστέα ύλη του μαθήματος της Αγωγής του Πολίτη των λυκείων, κεφάλαια όπως «Αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας», «Κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα», «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ (1948)», «Συνταγματικές εγγυήσεις για τους πολίτες του Ισραηλινού κράτους» κ.ά. 
Είναι προφανής η πρόθεση της ακραίας κυβέρνησης του Ισραήλ να στερήσει από τους πολίτες του τη γνώση, και εν τέλει την ικανότητα να ζουν δημοκρατικά και να συνυπάρχουν με άλλους διαφορετικούς ανθρώπους, εν προκειμένω με τους αραβικής καταγωγής πολίτες του Ισραηλινού κράτους. 
Στο σημείο αυτό υπέκυψα στον πειρασμό να κάνω μια σύντομη επίσκεψη στην ιστορία των Εβραίων. Εκεί λοιπόν, πολύ εμφατικά διαπιστώνω ότι: η Γάζα δεν είναι η πρώτη γενοκτονία που πραγματοποιούν. Έχει προηγηθεί η εξολόθρευση των Χαναναίων, των κατοίκων της γης Χαναάν. Μετά την Έξοδό τους από την Αίγυπτο και την περιπλάνησή τους στην έρημο Σινά οι Ισραηλίτες εισέβαλαν στη γη Χαναάν. Σύμφωνα με την Τορά (Παλαιά Διαθήκη), ο Θεός έδρασε κατ' επανάληψη για χάρη τους ώστε να καταλάβουν σταδιακά όλη την γεωγραφική περιοχή που είχε υποσχεθεί ο Θεός στον προπάτορα τους τον Αβραάμ, εξολοθρεύοντας τις φυλές των Χαναναίων (Γένεση 12:7· 13:14-17· 15:7, 13-21· 17:8). Αυτό είναι ένα αυθεντικό «χέρεμ», δηλαδή μια θεϊκή εντολή να αφιερωθεί κάτι ή κάποιος ολοκληρωτικά στον Θεό μέσω καταστροφής — χωρίς δυνατότητα ιδιοποίησης ή διατήρησης. Με άλλα λόγια: Οι εχθρικοί λαοί (π.χ. Χαναναίοι, Αμαληκίτες, Αμορραίοι, Γεργεσαίοι, Ιεβουσαίοι κ.λπ. ) τίθενται «υπό χέρεμ», πάει να πει: πρέπει να εξοντωθούν ολοκληρωτικά· άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ζώα, και περιουσίες. Τίποτα δεν επιτρέπεται να ληφθεί ως λάφυρο, γιατί ανήκει στον Γιαχβέ. Το χέρεμ (ḥērem) είναι επομένως θρησκευτική πράξη, όχι μόνο πολεμική· μια «θυσία» ολικής καταστροφής. Σας θυμίζει, μήπως, κάτι αυτό;   
Αργότερα, μετά την επιστροφή των Εβραίων από τη Βαβυλώνα επαναλαμβάνονται πολλά μοτίβα της Εξόδου και της κατάκτησης της Χαναάν, ένα νέο «χέρεμ», όχι όμως ως πολεμική εξολόθρευση (αφού δεν υπήρχε ανεξάρτητο κράτος να κατακτηθεί), αλλά ως πνευματική “κάθαρση” και αναδημιουργία του λαού. Αντί για στρατιωτική εξόντωση, έχουμε κάτι πνευματικά ανάλογο: μια εσωτερική “εκκαθάριση” του λαού, ώστε να αποκατασταθεί η ιερότητα της κοινότητας. Ο θρησκευτικός φανατισμός πλέον αποτελεί εθνικό χαρακτηριστικό και μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Από τη Βίβλο (Έσδρας 9–10) μαθαίνουμε ότι, όταν ανακαλύπτεται ότι πολλοί άνδρες είχαν νυμφευθεί γυναίκες αλλοεθνείς, ο Έσδρας διατάζει τη διάλυση των μεικτών γάμων για να «καθαριστεί» ο λαός. Αυτό είναι ένα “πνευματικό χέρεμ” — όχι εξολόθρευση, αλλά αποκλεισμός. Η περίπτωση  αυτή μας ενδιαφέρει άμεσα διότι στην ουσία του ήταν ένα  «πνευματικό χέρεμ» αυτό που άρχισε λίγο αργότερα με την μετάφραση της Βίβλου στην ελληνική γλώσσα. 
Ακόμα, συναντώ στην ιστορία τους την εμμονική πίστη ότι είναι ο περιούσιος λαός που έχει υποχρέωση να κατακυριεύσει και να εξουσιάζει τη Γη, κατ’ εντολή του θεού τους του Γιαχβέ. Ενός θεού αυστηρού, χωρίς έλεος, που μόνο το φόβο και την τιμωρία επιφυλάσσει για τους ανθρώπους. Κι αυτά τα μισάνθρωπα είναι γραμμένα στα ιερά βιβλία του Εβραϊσμού. Τα 5 βιβλία του Μωυσή, τα 13 βιβλία των Προφητών και τα 4 βιβλία ψαλμών και παροιμιών. Αυτή ήταν όλη κι όλη η πνευματική και πολιτιστική σκευή των Εβραίων στα χρόνια του Χριστού, και δεν υπήρχε άλλη. Ούτε επιτρεπόταν άλλη γνώση.  
Απέναντί τους είχαν την βαθιά και εκλεπτυσμένη σκέψη των Ελλήνων. Των Ελλήνων που είχαν φτιάξει θεούς όχι για να τους φοβούνται, αλλά για να εκφράζουν την αγάπη και το σεβασμό σε κάθε έκφανση της ζωής, της φύσης και του ανθρώπου. Απέναντι στα 22 θρησκευτικά βιβλία των Εβραίων, τα περισσότερα από τα οποία βρίθουν από αφηγήσεις ασύλληπτης ωμότητας και φρίκης,  υπήρχε η ανεξάντλητη υψηλής ποιότητας παραγωγή των Ελλήνων φιλοσόφων. Για το λόγο αυτό ονόμασαν συλλήβδην τους ειδωλολάτρες (δηλαδή τους εξ ορισμού θρησκευτικούς αντιπάλους), Έλληνες. 
Προσέδωσαν δε στη λέξη «Έλλην» αρνητική και υποτιμητική έννοια. 
Μαθαίνω ακόμα ότι, στα χρόνια πριν από τον Χριστό, ο Εβραϊσμός αντιμετώπισε ένα σοβαρό κίνδυνο. Σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο είχε επικρατήσει η ελληνική γλώσσα. 
Πολλοί Έλληνες έμποροι είχαν εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Επίσης πολλά εκατομμύρια Εβραίοι (από 4 έως 7 εκατομμύρια υπολογίζονται οι Εβραίοι της Διασποράς την εποχή εκείνη) είχαν εγκατασταθεί απανταχού της γης και μετά χρόνια έπαυαν να μιλούν την Εβραϊκή γλώσσα. Το εβραϊκό στοιχείο, μέσα κι έξω από την Παλαιστίνη, αποβάλλει σταδιακά τη θρησκευτικότητά του και αφομοιώνεται με τον ελληνικό πολιτισμό.  Πραγματικά ένας αγώνας μεταξύ Δαυίδ και Γολιάθ. Η πνευματική πενία με την υψηλή, πρωτογενή και πρωτότυπη διανοητική παραγωγή ήρθαν αντιμέτωπες και νίκησε η πρώτη! 
Για την ιστορία να πούμε ότι η πρώτη καθοριστική απόφαση που πήρε το Εβραϊκό ιερατείο ήταν να μεταφραστεί η Βίβλος, δηλαδή τα βιβλία που προανέφερα, στα Ελληνικά. Αυτή είναι η γνωστή μετάφραση των Εβδομήκοντα, η οποία άρχισε τον τρίτο και τελείωσε τον πρώτο προ Χριστού αιώνα.  
Έτσι, χρησιμοποιώντας την ίδια τη γλώσσα της φιλοσοφίας, την Ελληνική, διεμβόλισε την ελληνική σκέψη. Προσποιούμενος ο Ιουδαϊσμός ότι προσηλυτίζεται, στην πραγματικότητα προσηλύτιζε. Με προσκλητήριο στους «πτωχούς τω πνεύματι», στην απέραντη μάζα, με σύστημα και επιμονή φανατικού, κατελάμβανε μια-μια τις θέσεις και τα οχυρά μέχρι που κατέλαβε και το ίδιο το κάστρο, την εξουσία. Τώρα πλέον, έχοντας την εξουσία να νομοθετεί προέβη σε απηνή διωγμό των φιλοσόφων και σε συστηματική καταστροφή-εξαφάνιση του έργου των. Κάθε ικμάδα σκέψης ήταν αδιανόητη. Φυσική συνέπεια: ο χιλιόχρονος Μεσαίωνας που ακολούθησε. 
Στις μέρες μας παρακολουθούμε πάλι ένα νέο προσκλητήριο «πτωχών τω πνεύματι». 
Είναι αυτοί που, αφού οι εκμεταλλευτές τους τούς εξαθλίωσαν με τη φτώχεια και τους αποβλάκωσαν με την αμάθεια και τα πάσης φύσεως ψηφιακά παραισθησιογόνα, τους καλούν ξεδιάντροπα να στρατευθούν πίσω τους· ίσως, για να ολοκληρωθεί έτσι η αυτοχειρία τους. Είναι αυτοί στην Αμερική που «μπούκαραν» στο Καπιτώλιο και οι οποίοι, λίγο αργότερα, ξανάφεραν τον Τραμπ στην εξουσία. Είναι αυτοί που έβγαλαν τη Μελόνι στην Ιταλία, που προετοιμάζουν τη Λεπέν στη Γαλλία, που πλαισιώνουν τον Φάραντζ στη Βρετανία και το AfD στη Γερμανία. 
Φόβος μου είναι ότι, οι παραπάνω και όσοι κρύβονται πίσω από αυτούς, εξυφαίνουν ένα δυσοίωνο μέλλον για την Ευρώπη, η οποία, παρ’ όλα τα προβλήματά της παραμένει ακόμα ένας δροσερός τόπος για να φυτρώσουν ιδέες και αξίες. Ένας τόπος που προσπαθεί να σέβεται τον άνθρωπο και την αυταξία του, αντί να κραδαίνει τον φόβο, το νόμο και την τιμωρία σαν υπέρτατα σύμβολα της εξουσίας της. Ο Μεσαίωνας δεν είναι πίσω μας· είναι πάντα μπροστά μας — σε αναμονή. Οι “πτωχοί τω πνεύματι” δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό φαινόμενο — είναι η πνευματική συνθήκη που κάνει εφικτό τον Μεσαίωνα. Κάθε φορά που το πλήθος παραιτείται από τη σκέψη, κάθε φορά που η φωνή υπερισχύει του λόγου, κάθε φορά που η ευκολία νικά την κρίση, η ιστορία επιστρέφει στο σκοτάδι.  
* Δρ. Μηχανικός 
π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΕΦ' ΑΠΛΟΥ ΧΑΡΤΟΥ

Διαβάζω σε άρθρο της Ρουμπίνας Σπάθη στην Καθημερινή (9-11-2025) ότι στην Αμερική εταιρείες όπως η IBM, η Meta, η Google, η General Motors, η Automotive, η UPS και πολλές άλλες έχουν ανακοινώσει χιλιάδες απολύσεις λόγω της εφαρμογής της Τεχνητής Νοημοσύνης. Πιο εντυπωσιακή η Amazon με 1,2 εκατομμύρια προσωπικό, σχεδιάζει να αντικαταστήσει το 75% με ρομπότ. 
Τηρουμένων των αναλογιών τα ίδια ξεκινούν και στην Ευρώπη, π.χ. η Nestle ανακοίνωσε 16.000 απολύσεις. Απορία και ανησυχία μου: Όταν οι υπερπλούσιοι αυτού του πλανήτη θα έχουν απέναντί τους τα αχρείαστα τρία τέταρτα του πληθυσμού του, εξαθλιωμένα και με άγριο μάτι από τη φτώχεια, άραγε τι τύχη θα τους μελετούν; 
Μανώλης Κουφάκης

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ... Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ Η ΜΕΤΑΠΡΑΤΙΚΗ

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης
Θυμάμαι τον εαυτό μου στην πρώτη μου νεότητα να εντυπωσιάζεται από την εισβολή της τεχνολογίας στη ζωή της επαρχίας όπου ζούσα, και τη συνακόλουθη αλλαγή επί τα βελτίω της ζωής μας. Περισσότερα αυτοκίνητα, οικιακές συσκευές που έλυναν πρακτικά προβλήματα, κάποια πρώτα αεροπορικά ταξίδια και αργότερα η τηλεόραση, μου έδειχναν ότι, χωρίς αμφιβολία, η πορεία μας προς το μέλλον σαν άτομα, σαν κοινωνία, σαν χώρα περνάει μέσα από την τεχνολογία.
Κάπως έτσι στο νεανικό μου μυαλό -χωρίς σκέψη, απλά θεωρώντας το νομοτελειακό- μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι κάποια στιγμή, όσο θα δυναμώνει η χώρα μου, θα φθάσει να κατασκευάζει οικιακές συσκευές και τηλεοράσεις και αυτοκίνητα και αεροπλάνα. Δηλαδή να παράγει.
Τι ρομαντική αφέλεια! Στα χρόνια που ακολούθησαν είδα τις θνησιγενείς προσπάθειες της OPEL και της NISSAN να παράγουν αυτοκίνητα στην Ελλάδα, είδα την αγωνιώδη (αλλά χωρίς αίσιο τέλος) προσπάθεια της ελληνικής εταιρείας NAMCO με το θρυλικό και πολύ επιτυχημένο Pony, να κρατηθεί στη ζωή, είδα πάμπολλες ελληνικές βιομηχανίες να μετακομίζουν στη Βουλγαρία, Ρουμανία και αλλού, είδα τις ιστορικές βιομηχανίες Izola και Pitsos να παράγουν σήμερα όχι στην Ελλάδα, αλλά η πρώτη στην Πολωνία και η δεύτερη στην Τουρκία.
Γιατί όλα αυτά (και άλλα παρόμοια βεβαίως);  Τι συμβαίνει με ‘μας και αποστρεφόμαστε την παραγωγική διαδικασία που μπορεί να δημιουργήσει μια στέρεα οικονομική βάση για τη χώρα; Γιατί διώξαμε τις βιομηχανίες από την Ελλάδα και στη συνέχεια γίναμε αντιπρόσωποι των προϊόντων τους στον τόπο μας; Γιατί προτιμήσαμε να γίνουμε μεταπράτες και εκπρόσωποι ξένων συμφερόντων αντί παραγωγοί; Έχει σχέση αυτό με το πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας σε σχέση με τους ξένους; Ήταν αυτό πάντα έτσι; 
Όχι, δεν ήταν πάντα έτσι, λέει ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς στη σχετική μελέτη του, την οποία περιλαμβάνει στο πολύ αξιόλογο βιβλίο του «Πολιτιστική Διπλωματία», εκδόσεις Ίκαρος, 2003: « Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Έλληνες έμποροι και ναυτικοί διέπρεπαν στις αγορές των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων και στη ναυτιλία της Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας, της Μέσης Ανατολής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκούσε ευρύτατη και δυναμική διεθνή πολιτική, συχνά επί ίσοις όροις με τις μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Ελληνικές παροικίες ανθούσαν στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, Έλληνες λόγιοι εκαλούντο ως σύμβουλοι σε ανακτορικές Αυλές ή τους τιμούσαν επιστημονικές ακαδημίες και πανεπιστήμια της Ευρώπης. …Τα θέατρα των Ελλήνων της Σμύρνης, της Τραπεζούντας, της Οδυσσού συναγωνίζονταν την όπερα του Παρισιού και της Βιέννης. Αυτός ο πολύπτυχος, οργανικός και αβίαστος εξευρωπαϊσμός δεν έθιγε στο παραμικρό την ελληνικότητα του φρονήματος, της παιδείας, των λαϊκών παραδόσεων, της εκκλησιαστικής πνευματικότητας, των κοινωνικών και κοινοτικών θεσμών. Ο κοσμοπολιτισμός ήταν η φυσική ανάσα και απλοχωριά του Ελληνισμού όσο οι Έλληνες πίστευαν όχι στην αρχαία των προγόνων τους αλλά στη ζωντανή δική τους πολιτιστική ιδιαιτερότητα και δυναμική».
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και το πνεύμα που διαμόρφωναν τα παραπάνω, ερχόταν σαν φυσικό ο Ρήγας Φεραίος να οραματιστεί την απελευθέρωση των Ελλήνων και όλων των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής από την Οθωμανική κυριαρχία. Τη δημιουργία μιας ελεύθερης, δημοκρατικής και δίκαιης πολιτείας, όπου οι πολίτες, ανεξάρτητα από θρησκεία ή καταγωγή, θα είχαν ίσα δικαιώματα.
Ο Ρήγας Φεραίος, στο όραμά του για μια ελεύθερη και ενωμένη βαλκανική πολιτεία, είχε «ονειρευτεί» ως πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Τη θεωρούσε φυσικό κέντρο, όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά για όλους τους λαούς της Βαλκανικής, λόγω: της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς (Βυζάντιο – Ρωμανία), της γεωγραφικής της θέσης, στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, και του συμβολισμού της ως πόλης που ένωνε θρησκείες και λαούς. Δεν την έβλεπε απλώς ως έδρα ενός ελληνικού βασιλείου, αλλά ως πρωτεύουσα μιας δημοκρατικής ομοσπονδίας λαών.
Μιλώντας για το ίδιο θέμα ο Οδυσσέας Ελύτης λέει: «Να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να την μετράνε [τα οργανωμένα κράτη] όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμα και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιάν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα;»
Αυτά φαίνεται να χάθηκαν αμέσως μετά την Επανάσταση, με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους. Η οργανωτική του δομή, οι πολιτικές και κοινωνικές του λειτουργίες συγκροτήθηκαν με τη συνειδητή επιδίωξη, όχι να είναι πρωτίστως ελληνικό, αλλά ένα συνεπές αντίγραφο των πεφωτισμένων κρατών της Ευρώπης. Τη θεωρητική υποστήριξη της προοπτικής αυτής του νέου Ελληνικού κράτους την είχε προετοιμάσει ο Αδαμάντιος Κοραής, την ενστερνίστηκαν οι περισσότεροι Έλληνες λόγιοι του 18ου και 19ου αιώνα, την υιοθέτησε ο Καποδίστριας, την προώθησε τα μέγιστα η Βαυαροκρατία και την σκυτάλη πήραν έκτοτε οι Έλληνες πολιτικοί μέχρι σήμερα. «Έτσι, ο μιμητικός εξευρωπαϊσμός της χώρας αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή την επίσημη κρατική ιδεολογία και πρακτική.», γράφει ο Χρ. Γιανναράς. Η εξέλιξη αυτή είχε δύο πολύ σημαντικές -δυστυχώς αρνητικές- συνέπειες για το νέο Ελληνικό κράτος και τους Νεοέλληνες: Όταν μια ολόκληρη κρατική δομή αποβλέπει όχι πρωτίστως στην εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας της, αλλά στη μίμηση άλλων ιδεών και καταστάσεων που συμβαίνουν αλλού, τότε είναι βέβαιον ότι, όσο πετυχημένα κι αν το κάνει, πάντοτε θα υπολείπεται του αυθεντικού πρωτοτύπου και ο μόνος ρόλος που της μένει είναι αυτός του μεταπράτη• ρόλος που την καταδικάζει σε μόνιμη υπανάπτυξη, ιστορική καθυστέρηση και αβάσταχτο αίσθημα μειονεξίας. Αφ’ ετέρου, αυτό ακριβώς το βασανιστικό αίσθημα μειονεξίας που γεννά ο μεταπρατισμός, και που μας κατατρύχει τόσο ως ατομικό όσο και ως συλλογικό βίωμα, ζητά μια «καθ’ υπερβολήν αναπλήρωση». Και αυτή τη βρήκαμε με την καταφυγή στην καύχηση για το αρχαίο κλασικό παρελθόν της χώρας μας και τα κατορθώματα των απώτερων ενδόξων προγόνων μας.
Εδώ, είμαι σίγουρος, θα εντοπίζετε μια αντίφαση που αντικατοπτρίζει την αντιφατική φύση του Νεοέλληνα και του νέου Ελληνικού κράτους: Από τη μία προβάλλουμε την «ελληνικότητά» αξιώνοντας σεβασμό και από την άλλη καταβάλλουμε αγωνιώδη προσπάθεια να μιμηθούμε τους Ευρωπαίους και να αποβάλουμε κάθε τι το ελληνικό!  
Η σύγχυση αυτή στο μυαλό και τα αισθήματά μας, η οποία συνεχίζει να υπάρχει και στις μέρες μας, φαίνεται να προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τη θέση που πήραμε για τη σχέση του νεότερου Ελληνισμού με τον βυζαντινό και μεταβυζαντινό Ελληνισμό. Τόσον ο Κοραής, οι ιδέες του οποίου επικράτησαν, όσον βέβαια και οι Βαυαροί, είχαν άγνοια και έτρεφαν απροκάλυπτη περιφρόνηση για το βυζαντινό και μεταβυζαντινό παρελθόν, δηλαδή για οτιδήποτε το ελληνικό στην εποχή τους. Αυτή η σχολή σκέψης επικράτησε και ήταν μάλλον αναπόφευκτο και οι πολιτικοί μας, μέχρι και στις μέρες μας, να σκέφτονται κατά τον ίδιο τρόπο. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, σε συνέντευξή του σε μεγάλη Γαλλική εφημερίδα, καυχιόταν ότι πνευματική του πατρίδα ήταν η Χαϊδελβέργη και το Παρίσι. Λίγο αργότερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, επίσης ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας δήλωνε σε δημόσιο λόγο του ότι «εμείς οι Έλληνες ήμασταν για αιώνες σκλάβοι: πρώτα στους Ρωμαίους, ύστερα στους Βυζαντινούς και μετά στους Τούρκους»! 
Κάναμε λοιπόν ένα τεράστιο ιστορικό, νοητικό και ψυχολογικό άλμα παραγραφής είκοσι πέντε αιώνων, για να αντλήσουμε τον αυτοσεβασμό μας και να απαιτήσουμε τον σεβασμό των άλλων από την αρχαία, την κλασική Ελλάδα. Ένα άλμα είκοσι πέντε αιώνων που μας αποδυνάμωσε, μας απογύμνωσε από την «ελληνικότητά» μας και που, ως φαίνεται, αποδεικνύεται ως ένα άλμα στο κενό. Αυτόν τον άνευρο και ανούσιο μεταπρατικό χαρακτήρα και την επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από τον Νεοέλληνα, σχολίαζε σαρκαστικά ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης με τη φράση: «Είμαστε όλοι μας φιλέλληνες»!   
*Δρ. Μηχανικός
π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

ΕΦ' ΑΠΛΟΥ ΧΑΡΤΟΥ

Κάτι ευχάριστο για την ελληνική γλώσσα διαβάσαμε στην Καθημερινή της 26ης Οκτωβρίου 2025.
Αναμένεται —και μάλιστα βάσιμα— η επίσημη ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας. Ο συμβολισμός της ημερομηνίας είναι ισχυρός, καθώς πρόκειται για την ημέρα της εκδημίας του Διονυσίου Σολωμού (1857), ο οποίος ανέδειξε τον πυρηνικό ρόλο της γλώσσας για το έθνος μέσα από τη φράση του:«Μήγαρις ἔχω ἄλλο στο νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλώσσα;»
Μια άλλη είδηση που με χαροποίησε πρόσφατα είναι ότι στη Βόρεια Μαδαγασκάρη —όπου εξελέγη Επίσκοπος ο Θεοφιλέστατος κ. Νήφων Δασκαλάκης— τα ελληνικά ήδη διδάσκονται σε έξι σχολεία!
Ανάγκη πάσα να επενδύσουμε στη γλώσσα!
Μανώλης Κουφάκης

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

12 και 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1944: ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΑΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ

Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης*
(Η απελευθέρωση και η επαναφορά της εξουσίας στην Ελλάδα του 1944) 
Οι δύο ημερομηνίες του Οκτώβρη του 1944, η 12η και η 18η, αποτελούν δύο όψεις της ίδιας ιστορικής στιγμής: της μετάβασης από τη χαρά της ελευθερίας στη νηφαλιότητα της πολιτικής πραγματικότητας. Μέσα σε έξι μόλις ημέρες, η Ελλάδα γνώρισε τη μέγιστη ανάταση του λαού της και, σχεδόν αμέσως, την επάνοδο των παλαιών δομών εξουσίας. 
12 Οκτωβρίου 1944 – Η ημέρα της Ελευθερίας και της Ελπίδας 
Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944, οι τελευταίες γερμανικές δυνάμεις εγκαταλείπουν την Αθήνα. Από τις 9.45 το πρωί, η ελληνική σημαία κυματίζει ξανά στην Ακρόπολη· οι δρόμοι πλημμυρίζουν από κόσμο, χαμόγελα, δάκρυα, φωνές ενθουσιασμού. Είναι η πρώτη πραγματικά ελεύθερη ημέρα ύστερα από τριάμισι χρόνια σκλαβιάς, πείνας και τρόμου. 
Ο λαός δεν γιόρταζε μόνο το τέλος της Κατοχής. Γιόρταζε κάτι βαθύτερο: την πεποίθηση ότι οι θυσίες και οι αγώνες της Αντίστασης θα έφερναν έναν νέο, δικαιότερο κόσμο. Οι άνθρωποι που πάλεψαν στα βουνά και στις πόλεις πίστευαν ότι η ελευθερία δεν θα ήταν απλώς πολιτική, αλλά και κοινωνική· ότι οι αγώνες του λαού θα γίνονταν το θεμέλιο μιας νέας πολιτείας, βασισμένης στην ισότητα, στη συμμετοχή και στην αξιοπρέπεια. 
Η 12η Οκτωβρίου υπήρξε, πράγματι, ημέρα του λαού — ημέρα αυθεντικής χαράς και βαθιάς πίστης σε ένα νέο ξεκίνημα. Στην ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης κυριαρχούσε η αίσθηση πως μια άλλη Ελλάδα μπορούσε να γεννηθεί μέσα από τα ερείπια του πολέμου. 
18 Οκτωβρίου 1944 – Η ημέρα της Πολιτικής Επαναφοράς 
Έξι ημέρες αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου, η Αθήνα υποδέχθηκε τον Γεώργιο  Παπανδρέου και την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που επέστρεψε από το Κάιρο. 
Παρότι συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ, η δομή και η νοοτροπία της κυβέρνησης αντανακλούσε τη συνέχεια του παλαιού πολιτικού κόσμου: τους πολιτικούς που είχαν κυβερνήσει τη χώρα πριν από τη δικτατορία του 1936, με την υποστήριξη της μοναρχίας και πλέον με την παρουσία των Βρετανών ως εγγυητών της “νομιμότητας”. 
Την Κυβέρνηση συνόδευαν ο Βρετανός πρεσβευτής R. Leeper και ο αντιστράτηγος R.  Scobie, αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ελλάδα. Η υποδοχή ήταν πανηγυρική· τα πλήθη πλημμύρισαν τους δρόμους, οι σημαίες ανέμιζαν, και ο Παπανδρέου, από το μπαλκόνι της πλατείας Συντάγματος, αναφώνησε: «Σήμερον η Ελλάς αναπνέει ελευθέραν πνοήν και πάλιν!» 
Πίσω όμως από τους ενθουσιώδεις λόγους και τους εθνικούς συμβολισμούς, η πολιτική  πραγματικότητα ήταν ήδη σύνθετη και, ίσως, προδιαγεγραμμένη. Η Κυβέρνηση, αν και  ονομαζόταν «Εθνικής Ενότητας», στηριζόταν κυρίως σε δυνάμεις του παλαιού πολιτικού κόσμου, εκείνου που είχε οδηγήσει τη χώρα στην κρίση και τελικά στην κατάρρευση του 1941. Η παρουσία των Βρετανών, η στρατιωτική τους επιρροή και η απουσία ενός σαφούς σχεδίου κοινωνικής ανασυγκρότησης, έδειχναν πως η εξουσία ετοιμαζόταν να επιστρέψει στους γνώριμους διαχειριστές της. 
Η Αντίσταση, που μέσα από τις κακουχίες είχε ωριμάσει νέες κοινωνικές αξίες και πολιτική συνείδηση, ένιωθε ήδη να περιθωριοποιείται. Η αντίθεση ανάμεσα στη λαϊκή ελπίδα και στην πολιτική «κανονικότητα» της παλιάς ελίτ δεν άργησε να φανεί. Ήταν η αρχή ενός νέου, βαθύτερου αγώνα — όχι πια εναντίον ξένων κατακτητών, αλλά για την ψυχή και τον προσανατολισμό της ίδιας της χώρας. 
Η Απελευθέρωση του 1944 υπήρξε, έτσι, όχι μόνο το τέλος της Κατοχής, αλλά και η αρχή μιας άλλης περιόδου, όπου το ερώτημα δεν ήταν πλέον αν η Ελλάδα θα είναι ελεύθερη, αλλά ποια Ελλάδα θα οικοδομηθεί πάνω στα ερείπια του πολέμου: η Ελλάδα της Αντίστασης και της κοινωνικής αναγέννησης — ή η Ελλάδα της παλαιάς εξουσίας και των εξαρτήσεων. 
Στις δύο αυτές όψεις, της ελπίδας και της επανόρθωσης, αντανακλάται όλη η ελληνική 
περιπέτεια: η διαρκής πάλη ανάμεσα στο όραμα και στην πράξη, στο λαϊκό αίσθημα και στους μηχανισμούς της πολιτικής. 
Η μνήμη των ημερών αυτών μάς υπενθυμίζει πως η ελευθερία δεν χαρίζεται ποτέ οριστικά· χρειάζεται καθημερινά να την επιβεβαιώνουμε με ήθος, ευθύνη και αυτογνωσία. 
Στόχος του σημειώματος αυτού, στο βαθμό που το πέτυχε, δεν είναι απλώς μια επισκόπηση της Ιστορίας· είναι μια πρόσκληση σε στοχασμό για την ελευθερία, την ευθύνη και την πολιτική ωριμότητα, αξίες που παραμένουν πάντοτε επίκαιρες. 
* Δρ. Μηχανικός 
τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

ΟΛΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ ....Η "ΜΑΧΟΜΕΝΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ" ΚΑΙ Ο ΜΙΚΗΣ

                                                               
Γράφει ο Μανώλης Κουφάκης *
Φέτος είναι τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη και γιορτάζονται με εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Εκδηλώσεις θαυμασμού και ευγνωμοσύνης για τα όσα μας πρόσφερε. Ευφυής και μεγάλος σε όλα του ο Μίκης, ακαταπόνητος και ακαταμάχητος με τη μουσική του, το λόγο του, την πένα του, την αγωνιστική του ορμή,  δεν άφησε ανεπηρέαστο κανένα Έλληνα, ούτε εχθρό ούτε φίλο. Στις εκδηλώσεις που γίνονται παντού αυτό το χρόνο, πολλά και δίκαια λέγονται για τη μεγαλοσύνη του. Αν έπρεπε να το πω με δυό λόγια, θα έλεγα: «Μας ανέβασε πιο ψηλά!». 
Σήμερα όμως, στο σημείωμα αυτό, θέλω να σταθώ σε μια κορυφαία του προσφορά, την οποία σήμερα θεωρούμε περίπου αυτονόητη και ότι έτσι συνέβαινε από πάντα, χωρίς όμως αυτό να είναι αλήθεια.  Στο "κοσμογονικό " πάντρεμα τής μεγάλης ποίησης με τη μεγάλη μουσική, που τον καρπό του ρούφηξε-σαν το νερό η διψασμένη γη- η ψυχή και το μυαλό του κάθε Έλληνα, αλλά κι έξω από τα σύνορα,  η ψυχή του παγκόσμιου ανθρώπου. Ακόμα, και κυρίως, να σταθώ στην αποκάλυψη που έκαμε στον κάθε απλό άνθρωπο -σε όλους εμάς- ότι αυτά τα υψηλά και ωραία δημιουργήματα δεν προορίζονται αποκλειστικά για μια ελίτ «μεμυημένων» ανθρώπων, αλλά ότι μπορούμε κι εμείς να τα κατανοήσουμε, να τα απολαύσουμε και να εμπνευστούμε από αυτά. 
Από το 1962 που, με το δημιούργημά του τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, ξεκίνησε το εγχείρημα αυτό, νομίζω η κάθε μέρα τον δικαιώνει. Άλλαξε ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που τραγουδάμε, ο τρόπος που συγκεντρωνόμαστε για να γιορτάσουμε ή να διαμαρτυρηθούμε. Τείνω να αποδώσω ακόμα και την ακατάσχετη τάση του Νεοέλληνα να γράφει ποίηση, σ’ αυτή τη «μαγική» πρωτοβουλία του Μίκη!  Και άραγε γιατί να μην είναι έτσι; Ο  φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Χέρμπερτ Μαρκούζε έλεγε ότι η κυρίαρχη σκέψη και η κυρίαρχη κουλτούρα, τοποθετούν ένα χωροφύλακα μέσα στη συνείδηση του κάθε πολίτη. Αλήθεια, πόσοι και πόσες φορές, μπροστά στη μεγάλη ποίηση ή στην κλασική μουσική δεν σκεφτήκαμε ενδόμυχα, σαν πρώτη αντίδραση: «άστο, δεν είναι αυτό για ‘μένα». Αυτόν ακριβώς τον φυτευτό χωροφύλακα, που μας λέει μέχρι πού μπορούμε ή μας επιτρέπεται, ήρθε κι έδιωξε ο Θεοδωράκης όταν με τη θεσπέσια μουσική του έβαλε στο στόμα μας και στην καρδιά μας την ποίηση του Ρίτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Σικελιανού, του Κάλβου και τόσων άλλων μεγάλων ποιητών μας. Νοιώθουμε μια ανάταση ψυχής. Είναι αυτό που είπα και πριν: «Μας ανέβασε πιο ψηλά»! 
Ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του Μίκη για το θέμα, μέσα από γραπτά και ομιλίες του. Μιλάει το 1982, εν όψει πρωτοβουλιών για τα πολιτιστικά που είχαν πάρει ο Ανδρέας Παπανδρέου ως Πρωθυπουργός και η Μελίνα Μερκούρη ως Υπουργός πολιτισμού: «Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων είχε πάρει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Οι συζητήσεις δεν γινόταν στα πρωθυπουργικά γραφεία αλλά σε χώρους που δούλευε και μορφωνόταν ο λαός και η νεολαία. Το ερώτημα που έμπαινε τότε επιτακτικά από όλους ήταν: Υπάρχει σύγχρονος ελληνικός λαϊκός πολιτισμός; Μπορούμε να στηριχτούμε απάνω του; Τι θέλει από εμάς; Ποιο ρόλο μπορεί να παίξει στον αγώνα μας;». Σχετικά με την τέχνη, την κουλτούρα και την κοινωνική διαστρωμάτωση λέει: «Ο λαός -σε αντίθεση με την ιστορική του πείρα και τις κατακτήσεις του- παραμένει αδαής απαίδευτος πρωτόγονος μπροστά στα κυρίαρχα έργα της σύγχρονης συμφωνικής τέχνης που μόνο οι 
μεγαλοαστοί την κατανοούν και γι’ αυτό την προωθούν και τη φιλοξενούν στα μέσα της πολιτιστικής πολιτικής που εξακολουθούν να μονοπωλούν». Και συνεχίζει λέγοντας ότι 
η μεγαλοαστική τάξη καταφέρνει να χρησιμοποιήσει την υψηλή τέχνη και κουλτούρα σαν όπλα κατά του λαού. «Όπλα αποπροσανατολισμού, πνευματικής και αισθητικής καταπίεσης με τη δημιουργία ομαδικού δέους, δηλαδή τεχνικά ομαδικού αισθήματος κατωτερότητας. Έτσι ο λαός δεν έχει παρά να προσποιείται ότι κατανοεί και θαυμάζει. 
Να μαϊμουδίζει μιμούμενος το κυρίαρχο ρεύμα όπως το δημιουργεί ο ελεγχόμενος αστικός τύπος και όλα τα ελεγχόμενα μαζικά μέσα διάδοσης. Βέβαια η κυρίαρχη τάξη δεν ξεχνά το λαό. Γι’ αυτό και του προσφέρει τη “δική του” πνευματική και καλλιτεχνική τροφή. Η μεγάλη και υψηλή τέχνη είναι για τους ελάχιστους (που και αυτοί φυσικά δεν καταλαβαίνουν τίποτα). Όμως καταλαβαίνουν καλά ένα πράγμα: ότι ο λαός θα πρέπει να χωνέψει καλά ότι υπάρχει τέχνη αλλά όχι γι’ αυτόν -έτσι ώστε κωδικοποιείται η ταξική υποβάθμισή του και ακόμα ότι γι’ αυτόν υπάρχουν τα υποπροϊόντα της υποκουλτούρας για να θεμελιώνεται και να δικαιώνεται η πνευματική του κατωτερότητα, και επομένως η πολιτική του ικανότητα για αυτοδιάθεση και  αυτοδιαχείριση να τίθεται συνεχώς εν αμφιβόλω». Τι χρειάζεται και πώς μπορεί, λοιπόν, ο λαός να ξεπεράσει τα εμπόδια που του βάζει η κυρίαρχη τάξη; Λέει: « Η ευαισθησία και η πνευματική συνείδηση του λαού τρέφονται με “αίμα”. Και το αίμα αυτό είναι το πνευματικό έργο». Και εξηγεί παρακάτω: «Πού θα βρει λοιπόν το αίμα το πραγματικό ο λαός για να θρέψει τη σκέψη και την ψυχή του; Να λοιπόν ποιος είναι ο διπλός χαρακτήρας του λαϊκού αναγεννητικού κινήματος. Αυτός που δίνει τροφή και αίμα στο λαό. Ο ένας είναι ο πολιτικός-ιδεολογικός. Αυτός που τον διαφωτίζει -τον εμπνέει- τον οργανώνει και τον κινητοποιεί. Ο άλλος είναι ο πολιτιστικός. Αυτός που τον θεμελιώνει, τον χτίζει, του δίνει πρόσωπο, συνείδηση και μέσα έκφρασης. Αυτός που τον ολοκληρώνει και τον καταξιώνει σαν προσωπικότητα άξια να κινεί τη ζωή προς τα εμπρός, άξια να δημιουργεί ιστορία. Η μελοποίηση λοιπόν της ζωντανής, της μεγάλης ποίησης έτσι ώστε να γίνεται “αίμα” για τις φλέβες του λαού, δεν είναι υπόθεση τεχνολογική αλλά πράξη ιστορική». 
Διαβάζοντας αυτά, το όραμα δηλαδή του Μίκη για την κουλτούρα, που ωστόσο -όσον αφορά στην ποίηση και στη μουσική- δεν έμεινε όραμα, αλλά έγινε και παραμένει απτή πραγματικότητα, αναλογίζομαι πόσα πρέπει να γίνουν ακόμα. Πόσους Θεοδωράκηδες χρειαζόμαστε ακόμα! Για να μας εμπνεύσουν και να μας πείσουν ότι και στη ζωγραφική και στο βιβλίο και στο θέαμα (θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση) και σε κάθε έκφανση της κουλτούρας μπορούμε να βρούμε το ποιοτικό, το ωραίο, το υψηλό. Να μας πείσουν ότι κι εμείς όλοι είμαστε καθ’ όλα ικανοί να απολαύσουμε και να επωφεληθούμε από την πολιτιστική δημιουργία, η οποία (για να επαναλάβω τα λόγια του) «Μας ολοκληρώνει, μας καταξιώνει σαν προσωπικότητες και μας κάνει άξιους να κινούμε τη ζωή προς τα εμπρός, άξιους να δημιουργούμε ιστορία».  Αυτό είναι που ο μεγάλος Μίκης ονόμασε «Μαχόμενη κουλτούρα» και το οποίο παραμένει προ των οφθαλμών μας ως πεδίον δόξης λαμπρόν!  
* Δρ. Μηχανικός 
π. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.