Γύρισα στην πόλη ύστερα από είκοσι χρόνια.
Όταν έφυγα, πίστευα πως κάποτε όλα θα φτιάξουν. Ότι οι δρόμοι θα γίνουν δρόμοι, τα πεζοδρόμια πεζοδρόμια και το ποτάμι ποτάμι.
Όταν επέστρεψα, κατάλαβα πως το μόνο που είχε πραγματικά εξελιχθεί ήταν η ικανότητα των ανθρώπων να συνηθίζουν την παρακμή τους.
Η παρανομία εδώ δεν ήταν πια παρανομία.
Ήταν τρόπος ζωής.
Σχεδόν τοπικό έθιμο.
Οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει τόσο πολύ στα κακώς κείμενα, ώστε οτιδήποτε λογικό τους φαινόταν αφύσικο.
Αν κάποιος σταματούσε σε διάβαση πεζών, οι από πίσω κορνάριζαν εκνευρισμένοι.
Αν κάποιος πήγαινε σωστά στον μονόδρομο και συναντούσε άλλον που ερχόταν ανάποδα, συνήθως ζητούσε και συγγνώμη.
Η νομιμότητα αντιμετωπιζόταν περίπου σαν αλλεργία:
κάτι ξένο, ύποπτο και ενοχλητικό.
Μπήκα στην πόλη από τον κεντρικό δρόμο και μέσα σε λίγα λεπτά χρειάστηκε να κάνω τρεις ελιγμούς, δύο φρεναρίσματα και μία διαπραγμάτευση.
Ο πρώτος οδηγός ήταν παρκαρισμένος πάνω στη στροφή.
Ο δεύτερος είχε αφήσει το αγροτικό «για δυο λεπτά».
Ο τρίτος ερχόταν ανάποδα σε μονόδρομο και μάλιστα εκνευρισμένος.
Κατέβηκε το παράθυρο.
— Κάνε λίγο πίσω.
— Μα εσύ είσαι ανάποδα.
— Ε και;
Το είπε με πραγματική απορία.
Λίγο παρακάτω είδα τρία παιδιά πάνω σ’ ένα μηχανάκι.
Κανένα δεν φορούσε κράνος.
Ούτε ο οδηγός.
Ούτε ο συνοδηγός.
Ούτε το τρίτο παιδί που κρεμόταν πίσω σαν σακούλα από μανάβικο.
Πέρασαν μπροστά από περιπολικό.
Το περιπολικό δεν αντέδρασε.
Τα παιδιά επίσης δεν αντέδρασαν.
Μόνο ένας τουρίστας γύρισε και τα κοίταξε τρομαγμένος, σαν να παρακολουθούσε άνθρωπο να παίζει με τον θάνατο για βίντεο στο κινητό.
Η πόλη είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ο θάνατος είναι απλώς μέρος της κυκλοφορίας.
Οι λακκούβες στους δρόμους ήταν τόσο βαθιές, που σε μερικά σημεία φοβόσουν πως αν έπεφτε μέσα μηχανάκι, θα το έβρισκαν σε επόμενη απογραφή.
Οι κάτοικοι τις ήξεραν όλες προσωπικά.
«Πρόσεχε εκεί στου φούρνου. Άνοιξε πάλι.»
Δεν μιλούσαν για λακκούβα.
Μιλούσαν λες και αναφέρονταν σε άρρωστο συγγενή.
Σε μια πλατεία είδα μια ηλικιωμένη να περπατά με μπαστούνι μέσα στον δρόμο, γιατί το πεζοδρόμιο είχε εξαφανιστεί κάτω από τραπέζια καφετέριας.
Η γυναίκα προχωρούσε αργά ανάμεσα σε αυτοκίνητα, μηχανάκια και σερβιτόρους με δίσκους.
Κανείς δεν μετακίνησε ούτε μία καρέκλα.
Εδώ ο πεζός θεωρούνταν περίπου προσωρινό εμπόδιο στην ανάπτυξη.
Οι πεζόδρομοι είχαν εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο δημιουργικό.
Μέσα κυκλοφορούσαν:
μηχανάκια,
ποδήλατα,
ηλεκτρικά πατίνια,
παπιά,
αυτοκίνητα διανομής,
καμιά φορά κι αγροτικά.
Αν έβλεπες μόνο πεζούς, καταλάβαινες ότι κάτι έκτακτο είχε συμβεί.
Άκουγες ξαφνικά:
— Άκρη λίγο!
Και περνούσε μηχανάκι ανάμεσα σε παιδιά, τουρίστες και τραπέζια με την άνεση ανθρώπου που πιστεύει ότι ο πεζόδρομος κατασκευάστηκε αποκλειστικά για εκείνον.
Σ’ έναν καινούργιο δρόμο, φαρδύ και υποτίθεται σύγχρονο, κοίταξα γύρω ψάχνοντας πεζοδρόμιο.
Δεν υπήρχε.
Υπήρχαν όμως αυτοκίνητα παρκαρισμένα και στις δύο πλευρές ώστε να χωράει ακριβώς μισό αυτοκίνητο και δύο βρισιές.
Όταν συναντήθηκαν δύο οδηγοί στη μέση, σταμάτησαν πρόσωπο με πρόσωπο σαν μονομάχοι.
— Πίσω.
— Εγώ;
— Εσύ είσαι πιο κοντά.
— Ναι αλλά εσύ έχεις μεγαλύτερο αμάξι.
Η συζήτηση κράτησε περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν για να φτιαχτεί σωστά ο δρόμος.
Πιο κάτω υπήρχαν σπίτια που κατέβαιναν κατευθείαν στον δρόμο με τσιμεντένια σκαλοπάτια.
Χωρίς πεζοδρόμιο.
Χωρίς προστατευτικό.
Χωρίς σήμανση.
Άνοιγες την πόρτα και έβγαινες κατευθείαν στην κυκλοφορία.
Η πόλη κάποτε ήταν αγροτική.
Τώρα φιλοδοξούσε να γίνει τουριστική.
Ξενοδοχεία ξεφύτρωναν παντού.
Σε χωράφια.
Σε στενά.
Σε πλαγιές.
Δίπλα σε δρόμους που μετά βίας χωρούσαν δύο αυτοκίνητα και έναν καβγά.
Υποδομές δεν υπήρχαν.
Αλλά υπήρχε ενθουσιασμός.
Όλοι είχαν ανακαλύψει τον τουρισμό σαν χρυσωρυχείο τελευταίας ευκαιρίας.
Νοίκιαζαν σπίτια.
Δωμάτια.
Μηχανάκια.
Αυτοκίνητα.
Βάρκες.
Ποδήλατα.
Ομπρέλες.
Ξαπλώστρες.
Μερικοί νοίκιαζαν σχεδόν και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Γίνονταν ξεναγοί μέσα σε ένα καλοκαίρι.
Άνθρωποι που μέχρι χθες δεν ήξεραν πού πέφτει το μουσείο, τώρα εξηγούσαν στους τουρίστες την «ιστορική ταυτότητα του τόπου».
Η πόλη είχε μετατραπεί σε ένα μεγάλο εποχικό παζάρι όπου όλοι πουλούσαν κάτι.
Κυρίως την ψευδαίσθηση φιλοξενίας.
Τους μήνες της μεγάλης επισκεψιμότητας άκουγες συνεχώς ανακοινώσεις:
«Παρακαλούνται οι κάτοικοι να περιορίσουν την κατανάλωση νερού.»
Η πόλη είχε καταφέρει το ακατόρθωτο:
να χτίζει πισίνες για τουρίστες και ταυτόχρονα να παρακαλεί τους κατοίκους να μη χρησιμοποιούν πολύ τη βρύση.
Κάποιες φορές έκοβαν το νερό σε ολόκληρες γειτονιές.
«Για να φτάσει για όλους.»
Κανείς βέβαια δεν σκέφτηκε ποτέ ότι το νερό του βιολογικού καθαρισμού θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για πότισμα αντί να χύνεται στη θάλασσα.
Εδώ η λογική αντιμετωπιζόταν σαν τουρίστας:
όλοι έλεγαν ότι τη θέλουν, αλλά μόλις εμφανιζόταν πραγματικά, ενοχλούνταν.
Το ποτάμι το θυμόμουν αλλιώς.
Όχι καθαρό.
Αλλά όχι έτσι.
Τώρα τεράστιοι σωλήνες άδειαζαν μέσα στο νερό ένα μαύρο πηχτό υγρό που απλωνόταν αργά στη ροή.
Η μυρωδιά ανέβαινε μέχρι τον δρόμο.
Δίπλα επέπλεαν πλαστικά, σακούλες, παλέτες, καλάμια και κάθε λογής σκουπίδι.
Οι πάπιες και οι χήνες κολυμπούσαν εκεί μέσα ατάραχες, σαν να είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους καλύτερα από τους ανθρώπους.
Και λίγα μέτρα παρακάτω αυτό το ίδιο νερό χυνόταν δίπλα στην παραλία με τη γαλάζια σημαία.
Η σημαία κυμάτιζε περήφανα πάνω από το νερό σαν ειρωνεία.
Σήκωσα το βλέμμα και είδα πλαστικούς σωλήνες ύδρευσης εκτεθειμένους πάνω στο χώμα και στο τσιμέντο.
Άλλοι δεμένοι με σύρματα.
Άλλοι μπαλωμένοι με μονωτικές ταινίες.
Άλλοι μισολιωμένοι από τον ήλιο.
Η πόλη έμοιαζε με κάτι πρόχειρο που τελικά έμεινε μόνιμο.
Το βράδυ οι κάδοι σκουπιδιών είχαν ξεχειλίσει.
Γάτες, σκυλιά και ποντίκια έτρωγαν αποφάγια γύρω τους.
Κανείς δεν ήξερε πότε περνά το απορριμματοφόρο.
Και μέσα σ’ όλο αυτό το χάος, η δημοτική αρχή ήταν παντού.
Σε εγκαίνια.
Σε μνημόσυνα.
Σε λιτανείες.
Σε πανηγύρια.
Σε φωτογραφίες.
Σε κηδείες.
Και φυσικά θα ξαναψηφίζονταν.
Γιατί εδώ οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν αυτόν που μπορεί να φτιάξει την πόλη.
Ψηφίζουν αυτόν που πήγε στην κηδεία του θείου τους, βάφτισε το παιδί τους και τους χτύπησε φιλικά την πλάτη.
Το βράδυ ανέβηκα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου.
Κοίταξα κάτω.
Ένα μηχανάκι περνούσε μέσα από τον πεζόδρομο φωνάζοντας:
— Άκρη λίγο!
Οι κάδοι ξεχείλιζαν.
Κάπου μακριά κορνάριζε κάποιος επίμονα.
Ακριβώς δίπλα, ένας ντόπιος εξηγούσε σε δύο Γερμανούς τουρίστες ότι:
— Αυτή είναι η αυθεντική ελληνική εμπειρία.
Οι Γερμανοί χαμογελούσαν και φωτογράφιζαν τον κάδο.
Κι εκεί κατάλαβα ότι το πιο τρομακτικό πράγμα δεν ήταν η κατάσταση.
Ήταν ότι κάποιοι είχαν αρχίσει να την πουλάνε.
Ανδρέας Μαρολαχάκης
20/5/26
Χαραδρα
Όταν έφυγα, πίστευα πως κάποτε όλα θα φτιάξουν. Ότι οι δρόμοι θα γίνουν δρόμοι, τα πεζοδρόμια πεζοδρόμια και το ποτάμι ποτάμι.
Όταν επέστρεψα, κατάλαβα πως το μόνο που είχε πραγματικά εξελιχθεί ήταν η ικανότητα των ανθρώπων να συνηθίζουν την παρακμή τους.
Η παρανομία εδώ δεν ήταν πια παρανομία.
Ήταν τρόπος ζωής.
Σχεδόν τοπικό έθιμο.
Οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει τόσο πολύ στα κακώς κείμενα, ώστε οτιδήποτε λογικό τους φαινόταν αφύσικο.
Αν κάποιος σταματούσε σε διάβαση πεζών, οι από πίσω κορνάριζαν εκνευρισμένοι.
Αν κάποιος πήγαινε σωστά στον μονόδρομο και συναντούσε άλλον που ερχόταν ανάποδα, συνήθως ζητούσε και συγγνώμη.
Η νομιμότητα αντιμετωπιζόταν περίπου σαν αλλεργία:
κάτι ξένο, ύποπτο και ενοχλητικό.
Μπήκα στην πόλη από τον κεντρικό δρόμο και μέσα σε λίγα λεπτά χρειάστηκε να κάνω τρεις ελιγμούς, δύο φρεναρίσματα και μία διαπραγμάτευση.
Ο πρώτος οδηγός ήταν παρκαρισμένος πάνω στη στροφή.
Ο δεύτερος είχε αφήσει το αγροτικό «για δυο λεπτά».
Ο τρίτος ερχόταν ανάποδα σε μονόδρομο και μάλιστα εκνευρισμένος.
Κατέβηκε το παράθυρο.
— Κάνε λίγο πίσω.
— Μα εσύ είσαι ανάποδα.
— Ε και;
Το είπε με πραγματική απορία.
Λίγο παρακάτω είδα τρία παιδιά πάνω σ’ ένα μηχανάκι.
Κανένα δεν φορούσε κράνος.
Ούτε ο οδηγός.
Ούτε ο συνοδηγός.
Ούτε το τρίτο παιδί που κρεμόταν πίσω σαν σακούλα από μανάβικο.
Πέρασαν μπροστά από περιπολικό.
Το περιπολικό δεν αντέδρασε.
Τα παιδιά επίσης δεν αντέδρασαν.
Μόνο ένας τουρίστας γύρισε και τα κοίταξε τρομαγμένος, σαν να παρακολουθούσε άνθρωπο να παίζει με τον θάνατο για βίντεο στο κινητό.
Η πόλη είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ο θάνατος είναι απλώς μέρος της κυκλοφορίας.
Οι λακκούβες στους δρόμους ήταν τόσο βαθιές, που σε μερικά σημεία φοβόσουν πως αν έπεφτε μέσα μηχανάκι, θα το έβρισκαν σε επόμενη απογραφή.
Οι κάτοικοι τις ήξεραν όλες προσωπικά.
«Πρόσεχε εκεί στου φούρνου. Άνοιξε πάλι.»
Δεν μιλούσαν για λακκούβα.
Μιλούσαν λες και αναφέρονταν σε άρρωστο συγγενή.
Σε μια πλατεία είδα μια ηλικιωμένη να περπατά με μπαστούνι μέσα στον δρόμο, γιατί το πεζοδρόμιο είχε εξαφανιστεί κάτω από τραπέζια καφετέριας.
Η γυναίκα προχωρούσε αργά ανάμεσα σε αυτοκίνητα, μηχανάκια και σερβιτόρους με δίσκους.
Κανείς δεν μετακίνησε ούτε μία καρέκλα.
Εδώ ο πεζός θεωρούνταν περίπου προσωρινό εμπόδιο στην ανάπτυξη.
Οι πεζόδρομοι είχαν εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο δημιουργικό.
Μέσα κυκλοφορούσαν:
μηχανάκια,
ποδήλατα,
ηλεκτρικά πατίνια,
παπιά,
αυτοκίνητα διανομής,
καμιά φορά κι αγροτικά.
Αν έβλεπες μόνο πεζούς, καταλάβαινες ότι κάτι έκτακτο είχε συμβεί.
Άκουγες ξαφνικά:
— Άκρη λίγο!
Και περνούσε μηχανάκι ανάμεσα σε παιδιά, τουρίστες και τραπέζια με την άνεση ανθρώπου που πιστεύει ότι ο πεζόδρομος κατασκευάστηκε αποκλειστικά για εκείνον.
Σ’ έναν καινούργιο δρόμο, φαρδύ και υποτίθεται σύγχρονο, κοίταξα γύρω ψάχνοντας πεζοδρόμιο.
Δεν υπήρχε.
Υπήρχαν όμως αυτοκίνητα παρκαρισμένα και στις δύο πλευρές ώστε να χωράει ακριβώς μισό αυτοκίνητο και δύο βρισιές.
Όταν συναντήθηκαν δύο οδηγοί στη μέση, σταμάτησαν πρόσωπο με πρόσωπο σαν μονομάχοι.
— Πίσω.
— Εγώ;
— Εσύ είσαι πιο κοντά.
— Ναι αλλά εσύ έχεις μεγαλύτερο αμάξι.
Η συζήτηση κράτησε περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν για να φτιαχτεί σωστά ο δρόμος.
Πιο κάτω υπήρχαν σπίτια που κατέβαιναν κατευθείαν στον δρόμο με τσιμεντένια σκαλοπάτια.
Χωρίς πεζοδρόμιο.
Χωρίς προστατευτικό.
Χωρίς σήμανση.
Άνοιγες την πόρτα και έβγαινες κατευθείαν στην κυκλοφορία.
Η πόλη κάποτε ήταν αγροτική.
Τώρα φιλοδοξούσε να γίνει τουριστική.
Ξενοδοχεία ξεφύτρωναν παντού.
Σε χωράφια.
Σε στενά.
Σε πλαγιές.
Δίπλα σε δρόμους που μετά βίας χωρούσαν δύο αυτοκίνητα και έναν καβγά.
Υποδομές δεν υπήρχαν.
Αλλά υπήρχε ενθουσιασμός.
Όλοι είχαν ανακαλύψει τον τουρισμό σαν χρυσωρυχείο τελευταίας ευκαιρίας.
Νοίκιαζαν σπίτια.
Δωμάτια.
Μηχανάκια.
Αυτοκίνητα.
Βάρκες.
Ποδήλατα.
Ομπρέλες.
Ξαπλώστρες.
Μερικοί νοίκιαζαν σχεδόν και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Γίνονταν ξεναγοί μέσα σε ένα καλοκαίρι.
Άνθρωποι που μέχρι χθες δεν ήξεραν πού πέφτει το μουσείο, τώρα εξηγούσαν στους τουρίστες την «ιστορική ταυτότητα του τόπου».
Η πόλη είχε μετατραπεί σε ένα μεγάλο εποχικό παζάρι όπου όλοι πουλούσαν κάτι.
Κυρίως την ψευδαίσθηση φιλοξενίας.
Τους μήνες της μεγάλης επισκεψιμότητας άκουγες συνεχώς ανακοινώσεις:
«Παρακαλούνται οι κάτοικοι να περιορίσουν την κατανάλωση νερού.»
Η πόλη είχε καταφέρει το ακατόρθωτο:
να χτίζει πισίνες για τουρίστες και ταυτόχρονα να παρακαλεί τους κατοίκους να μη χρησιμοποιούν πολύ τη βρύση.
Κάποιες φορές έκοβαν το νερό σε ολόκληρες γειτονιές.
«Για να φτάσει για όλους.»
Κανείς βέβαια δεν σκέφτηκε ποτέ ότι το νερό του βιολογικού καθαρισμού θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για πότισμα αντί να χύνεται στη θάλασσα.
Εδώ η λογική αντιμετωπιζόταν σαν τουρίστας:
όλοι έλεγαν ότι τη θέλουν, αλλά μόλις εμφανιζόταν πραγματικά, ενοχλούνταν.
Το ποτάμι το θυμόμουν αλλιώς.
Όχι καθαρό.
Αλλά όχι έτσι.
Τώρα τεράστιοι σωλήνες άδειαζαν μέσα στο νερό ένα μαύρο πηχτό υγρό που απλωνόταν αργά στη ροή.
Η μυρωδιά ανέβαινε μέχρι τον δρόμο.
Δίπλα επέπλεαν πλαστικά, σακούλες, παλέτες, καλάμια και κάθε λογής σκουπίδι.
Οι πάπιες και οι χήνες κολυμπούσαν εκεί μέσα ατάραχες, σαν να είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους καλύτερα από τους ανθρώπους.
Και λίγα μέτρα παρακάτω αυτό το ίδιο νερό χυνόταν δίπλα στην παραλία με τη γαλάζια σημαία.
Η σημαία κυμάτιζε περήφανα πάνω από το νερό σαν ειρωνεία.
Σήκωσα το βλέμμα και είδα πλαστικούς σωλήνες ύδρευσης εκτεθειμένους πάνω στο χώμα και στο τσιμέντο.
Άλλοι δεμένοι με σύρματα.
Άλλοι μπαλωμένοι με μονωτικές ταινίες.
Άλλοι μισολιωμένοι από τον ήλιο.
Η πόλη έμοιαζε με κάτι πρόχειρο που τελικά έμεινε μόνιμο.
Το βράδυ οι κάδοι σκουπιδιών είχαν ξεχειλίσει.
Γάτες, σκυλιά και ποντίκια έτρωγαν αποφάγια γύρω τους.
Κανείς δεν ήξερε πότε περνά το απορριμματοφόρο.
Και μέσα σ’ όλο αυτό το χάος, η δημοτική αρχή ήταν παντού.
Σε εγκαίνια.
Σε μνημόσυνα.
Σε λιτανείες.
Σε πανηγύρια.
Σε φωτογραφίες.
Σε κηδείες.
Και φυσικά θα ξαναψηφίζονταν.
Γιατί εδώ οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν αυτόν που μπορεί να φτιάξει την πόλη.
Ψηφίζουν αυτόν που πήγε στην κηδεία του θείου τους, βάφτισε το παιδί τους και τους χτύπησε φιλικά την πλάτη.
Το βράδυ ανέβηκα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου.
Κοίταξα κάτω.
Ένα μηχανάκι περνούσε μέσα από τον πεζόδρομο φωνάζοντας:
— Άκρη λίγο!
Οι κάδοι ξεχείλιζαν.
Κάπου μακριά κορνάριζε κάποιος επίμονα.
Ακριβώς δίπλα, ένας ντόπιος εξηγούσε σε δύο Γερμανούς τουρίστες ότι:
— Αυτή είναι η αυθεντική ελληνική εμπειρία.
Οι Γερμανοί χαμογελούσαν και φωτογράφιζαν τον κάδο.
Κι εκεί κατάλαβα ότι το πιο τρομακτικό πράγμα δεν ήταν η κατάσταση.
Ήταν ότι κάποιοι είχαν αρχίσει να την πουλάνε.
Ανδρέας Μαρολαχάκης
20/5/26
Χαραδρα









.jpg)






















