Στο συνέδριο για την επιστήμη του ελαιολάδου μίλησε χθες στο Ηράκλειο ο Ελευθέριος Ρενιέρης, πρόεδρος της ΙΚΕ Ρενιέρης, με θέμα "Το μέλλον του ελληνικού ελαιολάδου. Από την παραγωγή και την ποιότητα στη βιωσιμότητα και
τις διεθνείς αγορές"
Στην ομιλία του κινήθηκε πρώτιστα στην στήριξη του παραγωγού τονίζοντας... την ανάγκη στήριξης του πραγματικού παραγωγού, ώστε η ελληνική ελαιοπαραγωγή να παραμείνει βιώσιμη και ανταγωνιστική.
Όπως τόνισε το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τυποποίηση, οι εξαγωγές και η προστιθέμενη αξία του ελληνικού ελαιολάδου. Προϋπόθεση για όλα αυτά είναι να υπάρχει πρώτα ένας βιώσιμος παραγωγός.
- «Αν δεν έχουμε βιώσιμους παραγωγούς, δεν θα μιλάμε για τυποποίηση, δεν θα μιλάμε για εξαγωγές, δεν θα μιλάμε για εθνικό προϊόν. Για έναν απλό λόγο, δεν θα έχουμε λάδι».
Ο ίδιος αναφέρθηκε στη μεγάλη διαφορά του κόστους παραγωγής μεταξύ της Ευρώπης και των τρίτων χωρών, η οποία, όπως υποστηρίζει, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για τον Έλληνα παραγωγό.
Χαρακτηριστικά ανέφερε:
- «Ο Τυνήσιος παραγωγός δίνει λιγότερο από δύο κιλά λάδι για να πληρώσει ένα ημερομίσθιο, ενώ ο δικός μας παραγωγός χρειάζεται περίπου είκοσι κιλά. Δεν μπορούμε στη διεθνή αγορά, με τέτοιο ανταγωνισμό, να πουλάμε σε τιμές που να εξασφαλίζουν έναν βιώσιμο παραγωγό».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προσπάθειες των τυποποιητών και των εξαγωγέων να προσδώσουν υπεραξία στο ελληνικό ελαιόλαδο είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους.
Θεωρεί δε ότι χρειάζεται παράλληλα και μια διαφορετική προσέγγιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση στον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται οι ενισχύσεις.
- «Θα πρέπει και η Ευρωπαϊκή Ένωση να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο δίνονται οι επιδοτήσεις. Για εμάς το ιδανικό θα ήταν η στήριξη να συνδέεται με τα κιλά που πραγματικά παράγει και πουλά ο παραγωγός».
Όπως εξήγησε, η λογική αυτή θα μπορούσε να στηρίξει εκείνον που πραγματικά καλλιεργεί και παράγει, συμβάλλοντας τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα του προϊόντος.
Παράλληλα, εθεσε και το ζήτημα των ιδιοκτητών αγροτικής γης που δεν την καλλιεργούν.
- «Αυτόν που καλλιεργεί και παράγει πρέπει να στηρίζουμε, για να έχουμε ποσότητα αλλά και ποιότητα. Όσοι έχουν ιδιοκτησία αλλά δεν καλλιεργούν και δεν παράγουν, δεν θα έπρεπε να παίρνουν χρήματα. Αντίθετα, θα μπορούσε να υπάρχει αυξημένο κόστος κατοχής της γης, ώστε να οδηγηθούν είτε στην καλλιέργεια είτε στην ενοικίασή της σε ανθρώπους που θέλουν πραγματικά να καλλιεργήσουν».
Ο κ. Ρενιέρης υπογράμμισε ότι η άποψή του δεν προέρχεται μόνο από τη σημερινή του θέση στον χώρο της τυποποίησης και των εξαγωγών, αλλά από μια διαδρομή που ξεκίνησε από το ίδιο το χωράφι.
- «Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας, από το χωράφι όπου ξεκίνησα μέχρι τις εξαγωγές όπου βρίσκομαι σήμερα, αυτά που θα ήθελε κάθε νέος αλλά και παλιός πραγματικός παραγωγός,.... να έχει την όρεξη και το κουράγιο να παλέψει για να παράγει αυτό που όλοι επιδιώκουμε — την ποιότητα και την ποσότητα».
Και κατέληξε σε ένα βασικό μήνυμα.
- «Όλα ξεκινούν από το χωράφι».
Το συνέδριο φιλοξενήθηκε στο Επιμελητήριο Ηρακλείου (Αίθουσα Καστελλάκη) και περιλάμβανε επιστημονικές εισηγήσεις, Στρογγυλή Τράπεζα για το μέλλον του ελληνικού ελαιολάδου, καθώς και την απονομή του βραβείου “Foods Best Abstract Award” σε συνεργασία με το διεθνές επιστημονικό περιοδικό Foods
τις διεθνείς αγορές"
Στην ομιλία του κινήθηκε πρώτιστα στην στήριξη του παραγωγού τονίζοντας... την ανάγκη στήριξης του πραγματικού παραγωγού, ώστε η ελληνική ελαιοπαραγωγή να παραμείνει βιώσιμη και ανταγωνιστική.
Όπως τόνισε το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τυποποίηση, οι εξαγωγές και η προστιθέμενη αξία του ελληνικού ελαιολάδου. Προϋπόθεση για όλα αυτά είναι να υπάρχει πρώτα ένας βιώσιμος παραγωγός.
- «Αν δεν έχουμε βιώσιμους παραγωγούς, δεν θα μιλάμε για τυποποίηση, δεν θα μιλάμε για εξαγωγές, δεν θα μιλάμε για εθνικό προϊόν. Για έναν απλό λόγο, δεν θα έχουμε λάδι».
Ο ίδιος αναφέρθηκε στη μεγάλη διαφορά του κόστους παραγωγής μεταξύ της Ευρώπης και των τρίτων χωρών, η οποία, όπως υποστηρίζει, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για τον Έλληνα παραγωγό.
Χαρακτηριστικά ανέφερε:
- «Ο Τυνήσιος παραγωγός δίνει λιγότερο από δύο κιλά λάδι για να πληρώσει ένα ημερομίσθιο, ενώ ο δικός μας παραγωγός χρειάζεται περίπου είκοσι κιλά. Δεν μπορούμε στη διεθνή αγορά, με τέτοιο ανταγωνισμό, να πουλάμε σε τιμές που να εξασφαλίζουν έναν βιώσιμο παραγωγό».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προσπάθειες των τυποποιητών και των εξαγωγέων να προσδώσουν υπεραξία στο ελληνικό ελαιόλαδο είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους.
Θεωρεί δε ότι χρειάζεται παράλληλα και μια διαφορετική προσέγγιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση στον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται οι ενισχύσεις.
- «Θα πρέπει και η Ευρωπαϊκή Ένωση να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο δίνονται οι επιδοτήσεις. Για εμάς το ιδανικό θα ήταν η στήριξη να συνδέεται με τα κιλά που πραγματικά παράγει και πουλά ο παραγωγός».
Όπως εξήγησε, η λογική αυτή θα μπορούσε να στηρίξει εκείνον που πραγματικά καλλιεργεί και παράγει, συμβάλλοντας τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα του προϊόντος.
Παράλληλα, εθεσε και το ζήτημα των ιδιοκτητών αγροτικής γης που δεν την καλλιεργούν.
- «Αυτόν που καλλιεργεί και παράγει πρέπει να στηρίζουμε, για να έχουμε ποσότητα αλλά και ποιότητα. Όσοι έχουν ιδιοκτησία αλλά δεν καλλιεργούν και δεν παράγουν, δεν θα έπρεπε να παίρνουν χρήματα. Αντίθετα, θα μπορούσε να υπάρχει αυξημένο κόστος κατοχής της γης, ώστε να οδηγηθούν είτε στην καλλιέργεια είτε στην ενοικίασή της σε ανθρώπους που θέλουν πραγματικά να καλλιεργήσουν».
Ο κ. Ρενιέρης υπογράμμισε ότι η άποψή του δεν προέρχεται μόνο από τη σημερινή του θέση στον χώρο της τυποποίησης και των εξαγωγών, αλλά από μια διαδρομή που ξεκίνησε από το ίδιο το χωράφι.
- «Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας, από το χωράφι όπου ξεκίνησα μέχρι τις εξαγωγές όπου βρίσκομαι σήμερα, αυτά που θα ήθελε κάθε νέος αλλά και παλιός πραγματικός παραγωγός,.... να έχει την όρεξη και το κουράγιο να παλέψει για να παράγει αυτό που όλοι επιδιώκουμε — την ποιότητα και την ποσότητα».
Και κατέληξε σε ένα βασικό μήνυμα.
- «Όλα ξεκινούν από το χωράφι».
Το συνέδριο φιλοξενήθηκε στο Επιμελητήριο Ηρακλείου (Αίθουσα Καστελλάκη) και περιλάμβανε επιστημονικές εισηγήσεις, Στρογγυλή Τράπεζα για το μέλλον του ελληνικού ελαιολάδου, καθώς και την απονομή του βραβείου “Foods Best Abstract Award” σε συνεργασία με το διεθνές επιστημονικό περιοδικό Foods
.jpg)










.jpg)


.jpg)




















