Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

ΠΑΜΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΚΑΣΤΕΛΙΟΥ;

Μέρος VΙΙ 
(οδός Σκαλίδη τέλη του 50 με αρχές του 60) 
Γράφει η Ευτυχία Δεσποτάκη 
Φώτο Παπαδάκης Γιάννης 
Αυτό τον κόσμο το μικρό άλλοι τον είχαν πρώτα 
Αυτό τον κόσμο το μικρό, άλλοι τον έχουν τώρα 
Αυτό τον κόσμο το μικρό άλλοι τον καρτεράνε………. Σταύρος Ξαρχάκος 
...Προχωρούμε δεξιά, μετά τα τρία μαγαζιά λίγο παραμερίζοντας από το δρόμο δεξιά είναι το μαγαζί του Ξηρουχάκη του Ηλία(Ξηρουχολία), με πρόκες και σιδηρικά, στη συνέχεια το ραφείο του Νικηφοράκη, πατέρα του αείμνηστου Κωστή του γιατρού και μετά ένα μικρό ιχθυοπωλείο του Καρεφυλλάκη, στη

συνέχεια υπήρχε ένα σιδηρουγείο του Γιάννη του Φραγγεδάκη (φώτο), το χρυσοχοείο του Γιώργη του Θεοδωράκη το παντοπωλείο του Περικλή Τζουγανάκη και παραδίπλα το κουρείο του Κλωστράκη. 
Επιστρέφομαι στην αριστερή πλευρά και συνεχίζομε μετά το παντοπωλείο μανάβικο του Κουνελάκη. Στη γωνία είναι ένα καφενείο του Κώστα του Μουντάκη, που ύστερα από λίγο και για πολλά χρόνια θα είναι το εμπορικό κατάστημα της Μαρίκας Μουντάκη με εξαιρετικά είδη ρουχισμού για άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Ένα μαγαζί ,που χάρη στην ευγένεια και την καλωσύνη της κ. Μαρίκας ήταν στέκι για πολλές πελάτισσες, να καθίσουν, να κουβεντιάσουν και να ξαποστάσουν στην φιλόξενη πολυθρόνα που η κ. Μαρίκα είχε δίπλα από το γραφειάκι της με το ταμείο. Δίπλα ακολουθεί το υποδηματοποιείο του Κωστή Βαρουχάκη και αυτό με μεγάλη και ωραία βιτρίνα και δίπλα το μεγάλο ζαχαροπλαστείο του Βασίλη Πλευράκη, ο οποίος εκτός τα άλλα ζαχαρώδη που πουλεί φτιάχνει και τυποποιεί λεμονάδα, πορτοκαλάδα και σουμάδα. το καθαριστήριο του Γιάννη Δερουκάκη, που παλιότερα το θυμόμαστε σαν ιατρείο του μακαρίτη του γιατρού Σφακιωτάκη (στο ίδιο έκανε ιατρείο παλαιότερα και ο γιατρός Μαργαρίτης), που λίγο αργότερα έγινε το ψαράδικο του Πατεράκη.(φώτο)
Κλείνει το τετράγωνο με ένα μαγαζί το οποίο στέγαζε τον Ο.Τ.Ε. Προχωρώντας στη γωνία συναντούμε το περίπτερο του Συντζουλάκη στη συνέχεια ένα καθαριστήριο Καρεφυλλάκη δίπλα στο οποίο υπάρχει το εμπορικό του Στέλιου του Φελεσάκη με το όνομα «κοκέτα» και παρακάτω το μαγαζί του Βολικάκη (του Βολικού). Δίπλα είναι ένα καφενείο του Λεωνίδα του Μυλωνάκη και ακολουθεί το λαδάδικο του Τσικαλάκη και μετά ένα πολύ μεγάλο μαγαζί, μια μεγάλη αίθουσα, του Γιάννη του Σταματάκη που ήταν ο χειμερινός κινηματογράφος, λειτουργούμενος από τον ίδιο το Γιάννη. Να σημειωθεί ότι ο Γιάννης ο Σταματάκης επί σειρά ετών και μέχρι που εισέβαλε το video και οι άνθρωποι αγόραζαν από τα video club κασέτες μας έβαζε στο μαγικό κόσμο του σινεμά. Ακολουθεί το κρεοπωλείο του Γιάννη του Κουνελάκηκαι το μαγαζί με τα αποικιακά του Κατσικανδαράκη!(φώτο)

Απέναντι στην αριστερή πλευρά του δρόμου είναι ο φούρνος του Μυλωνάκη, ο οποίος έμεινε με την επωνυμία ο Γερμανικός, καθώς ήταν ο πρώτος που εκσυγχρόνισε το φούρνο με γερμανικά μηχανήματα  και έπαψε να είναι ξυλόφουρνος.
Δίπλα από το φούρνο είναι το καρεκλοποιείο του Μαζοκοπάκη που ακουγόταν "ο καρεκλάς" και εδώ έκλεινε η αγορά!
Μετά το καρεκλάδικο περνώντας απέναντι στο δρόμο κτίστηκε το δεύτερο ξενοδοχείο της κωμόπολης του Παπαδημητράκη με το όνομα Φαλάσαρνα, το οποίο στο ισόγειο στέγασε για μεγάλο διάστημα την αγροτική τράπεζα. Πρέπει να αναφέρομε επίσης ότι σε κάποια φάση περνώντας από το στενό δίπλα από του Κοκκινάκη το μαγαζί πίσω σε ένα οικόπεδο ο Κυριάκος ο Κοκκινάκης για πολλά καλοκαίρια λειτουργούσε θερινό σινεμά. Τόσο ο Γιάννης ο Σταματάκης όσο και ο Κυριάκος με το μεράκι τους πρόσφεραν πολιτισμό εκείνα τα χρόνια στο Καστέλι.
Αυτός ήταν ο δρόμος της αγοράς που στο τέλος της δεκαετίας του 50 παίρνει το όνομα Σκαλίδη, καθώς ονοματίζονται και οι δρόμοι του Καστελιού και η πλατεία Τζανακάκη από ονόματα τοπικών ηρώων, και στήνεται και η προτομή του αναγνώστη Σκαλίδη.
Στην πλατεία Τζανακάκη στο σημερινό μουσείο, πάνω στεγάζονται οι δημόσιες
υπηρεσίες ταχυδρομείο, εφορία, ταμείο, ειρηνοδικείο, εκεί γίνεται και το δικαστήριο μια φορά την εβδομάδα. Στο ισόγειο του κτηρίου υπάρχει η βιβλιοθήκη του φιλολογικού Συλλόγου Κισαμικός.
Λίγο παραπέρα το Μονοπώλιο (φώτο). Κρατικό μαγαζί που πουλούσε πετρέλαιο,
οινόπνευμα, αλάτι και σπίρτα, είδη που δεν επωλούντο στην αγορά, που το είχε ο Μιχάλης Θεοδωράκης. Πρώτο υποκατάστημα τράπεζας έρχεται της εμπορικής, ακολουθεί η Αγροτική, ενώ η εθνική Τράπεζα έχει  αντιπρόσωπο τον Βαγγέλη Σαββάκη.
Στο Καστέλλι ζει μεγάλος αριθμός υπαλλήλων, αστυνομικών και εκπαιδευτικών, που συμμετέχει στην κοινωνική ζωή της κωμόπολης.
Ο φιλολογικός Σύλλογος είναι ο σύλλογος που άνθρωποι έμποροι περισσότερο με πνευματικές ανησυχίες, βοηθούμενοι από άλλους πνευματικούς ανθρώπους ίδρυσαν.
Απέναντι από το μουσείο ο Πέτρος Ξηρουχάκης κάνει το πρώτο βήμα για σύγχρονο ξενοδοχείο, CASTELL HOTEL(φωτο), με ωραία και μεγάλη σάλα στο
ισόγειο, που λειτουργεί σαν εστιατόριο. Η αίθουσα όμως αυτή για πολλά χρόνια αργότερα χρησιμοποιείται για τους χορούς τους αποκριάτικους τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών οι ball d’enfant.
Μέχρι πρότινος οι χοροί γινόταν σε μια μεγάλη αίθουσα, αποθήκη του Μανόλη του Ξηρουχάκη απέναντι από το σημερινό κρεοπωλείο «έντεκα αδέλφια». Εκεί δινόταν και θεατρικές παραστάσεις πάνω σε σκηνή πρόχειρα φτιαγμένη με σανίδες πάνω σε βαρέλια.  
Και μερικές λεπτομέρειες που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλες στο παιδικό μυαλό.  Τα μαγαζιά της αγοράς τα περισσότερα είχαν ρολά από λαμαρίνα και ήταν χαρακτηρισμός ο θόρυβος που ακουγόταν από μακριά την ώρα που άνοιγαν και την ώρα που έκλειναν διαδοχικά. Τα πιο παλιά είχαν ξύλινες πόρτες με μπάρες και μεγάλα λουκέτα. Το βράδυ ο φωτισμός ήταν χαμηλός μέχρι που ήρθε η Δ.Ε.Η. και το τριφασικό ρεύμα.
Η παραγωγή ρεύματος γινόταν μέχρι τότε από μια γεννήτρια που ήταν
ΑΠΟ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΤΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ
εγκατεστημένη στο χώρο της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών με μηχανικό κάποιο Περαθωράκη. Τα φώτα έσβηναν στις 12 τα μεσάνυχτα. Ο φωτισμός χαμηλός σε σπίτια και μαγαζιά. Στα σπίτια δυνάμωνε το φως μετά τις εννέα  το βράδυ που έκλειναν τα μαγαζιά.

Συνήθως  πάνω από το μαγαζί  ήταν το σπίτι του καταστηματάρχη, με μπαλκόνι που προσφερόταν να κάθονται οι άνθρωποι και να χαζεύουν την κίνηση της αγοράς κάτω.
Η αγορά εξυπηρετούσε το Καστέλι και τα γύρω χωριά. Από τα κοντινά χωριά, οι άνθρωποι έφταναν με τις αστικές γραμμές του ΚΤΕΛ. Πολλοί όμως έφταναν με γαϊδουράκια ή μουλάρια ή άλογα. Γι΄αυτό στην πάνω μεριά της αγοράς υπήρχαν και σωμαράδες και πεταλωτές, όπως ο  Αναστάσης ο Χαιρετάκης και ο Παναγιώτης ο Μυλωνάκης. Τα λεωφορεία που κατέβαζαν τους ανθρώπους από τα Εννιά χωριά και το Σέλινο έφταναν 8 το πρωί και έφευγαν στις 2 το μεσημέρι. Οι άνθρωποι είχαν το χρόνο να επισκεφτούν γιατρό, να τακτοποιήσουν υποθέσεις να ψωνίσουν, να φάνε ίσως και στου Παπαδόγιαννη και να φύγουν. 
Περί τις δώδεκα το μεσημέρι η αγορά έσφυζε από ζωή. Ήταν η ώρα «περί πλήθουσαν αγοράν» όπως  έλεγαν οι αρχαίοι συγγραφείς και προσδιόριζαν την ώρα 11-12π.μ. 
Ιδιαίτερη ζωντάνια είχε η αγορά τα καλοκαιρινά βράδια. Κάθε βράδυ η αγορά  από νωρίς  έκλεινε έξω τα λιγοστά αυτοκίνητα και οι άνθρωποι   με τα παιδιά τους ήταν ελεύθεροι να περπατήσουν. Ιδιαίτερη ήταν η βόλτα της Κυριακής πάνω- κάτω, αφού όλοι με τις οικογένειες τους κατέβαιναν για τη βόλτα. Αρκετοί μετά από τον περίπατο καθόταν για γλυκό ή παγωτό σε ένα από τα ζαχαροπλαστεία που προαναφέραμε. Πάστες, παγωτό κασάτο, κανταΐφι, γαλακτομπούρεκο, αναψυκτικό, ουζάκι .
Ιδιαίτερη πινελιά αποτελούσαν τα παιδιά με τα ποδηλατάκια που πηγαινοέρχονταν απάνω κάτω, από τη μια  άκρη της αγοράς ως την άλλη. Αλλά και τις καθημερινές που τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά έξω από κάθε μαγαζί ήταν καρέκλες που καθόταν άνθρωποι, κυρίως η οικογένεια του καταστηματάρχη με φίλους περαστικούς και απολάμβαναν το καλοκαιρινό βραδάκι με κουβέντες και χωρατά και μένα πολύ με στεναχωρούσε που εμείς δεν είχαμε μαγαζί στην αγορά να καθίζομε έξω απ αυτό το καλοκαίρι.
Αυτή ήταν η αγορά του 50 -60 
Σήμερα όλα έχουν αλλάξει, η παλιά αγορά είναι γερασμένη, φαίνεται να μετατοπίζεται ωστόσο έχει μια γραφικότητα, και με κατάλληλους χειρισμούς και ανθρώπους που ξέρουν να χειρίζονται τις καινούριες συνθήκες πολλά μπορούν να γίνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: