ΕΔΩ το 1ο μερος
Στο πρώτο άρθρο είδαμε πώς, από την αρχαιότητα έως τον 19ο αιώνα, οι κύκλοι εξουσίας και χειραφέτησης διαδέχονταν ο ένας τον άλλον με βραδύ ρυθμό: αυτοκρατορίες που άντεχαν αιώνες, θρησκευτικές αυθεντίες που καθόριζαν πολλαπλές γενιές, πολιτικά συστήματα που έμοιαζαν πως δεν θα άλλαζαν ποτέ.
Αν ο πρώτος χάρτης της ανθρώπινης ιστορίας είναι γεμάτος αργές τεκτονικές κινήσεις, ο δεύτερος (αυτός που ξεκινά τον τελευταίο ενάμιση αιώνα) θυμίζει σεισμό διαρκείας.
Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, άνοδος και πτώση ολοκληρωτισμών, δημοκρατική επέκταση, οικονομικές καταρρεύσεις, κοινωνικές εκρήξεις. Ό,τι άλλοτε ήθελε εκατοντάδες χρόνια συνέβαινε πλέον σε λίγες δεκαετίες. Ο χρόνος συστέλλεται, οι ιστορικοί κύκλοι επιταχύνονται δραματικά. Πολιτικές φάσεις που κάποτε χρειάζονταν γενιές, τώρα διαδέχονται η μία την άλλη μέσα σε μια δεκαετία. Το εκκρεμές προοδευτισμούσυντηρητισμού κινείται πιο βίαια, πιο απρόβλεπτα. Το ερώτημα είναι γιατί. Τι άλλαξε;
Γιατί οι κοινωνίες δεν σταθεροποιούνται πια για μεγάλα διαστήματα; Και τι σημαίνει αυτό για το 2050, για το 2100, για το μέλλον της δημοκρατίας; Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει μια λογική πίσω από αυτή την επιτάχυνση. Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε κάποιες αιτίες.
Πρώτα-πρώτα η τεχνολογία, που καλπάζει στις μέρες μας. Η τεχνολογία δεν είναι απλώς εργαλείο. Είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η συλλογική ψυχολογία. Στον 20ο αιώνα, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος έδωσαν στα αυταρχικά καθεστώτα μια πρωτοφανή δυνατότητα μαζικής επιρροής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η τηλεόραση ένωσε έθνη γύρω από ένα κέντρο αφήγησης. Στις αρχές του 21ου αιώνα, το διαδίκτυο έκανε το ακριβώς αντίθετο: διέλυσε τα κέντρα, έσπασε τις αφηγήσεις, αποδόμησε τις αυθεντίες.
Σε έναν κόσμο όπου κάθε άτομο έχει μικρόφωνο, η κοινωνική σταθερότητα γίνεται εύθραυστη. Οι παραδοχές που κάποτε χρειάζονταν δεκαετίες ή αιώνες για να αμφισβητηθούν, τώρα αμφισβητούνται μέσα σε μήνες. Οι πολιτικές ιδέες δεν ανεβαίνουν και πέφτουν όπως παλιά. Διαδίδονται, αναφλέγονται, θρυμματίζονται, ξαναγεννιούνται. Η τεχνολογία, υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί σαν ένας επιταχυντής χημικής αντίδρασης· δηλαδή μειώνει τον χρόνο ανάμεσα στα στάδια. Και αυτό δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη προς την πρόοδο. Οδηγεί προς την αστάθεια· και η αστάθεια, ιστορικά, υπήρξε πάντοτε γόνιμο έδαφος για αυταρχικές λύσεις.
Έπειτα είναι η ψυχολογία των μαζών. Οι άνθρωποι δεν αλλάξαμε ως βιολογία. Αλλά αλλάξαμε ως ψυχολογία. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη αλλά «επιλογή». Ο ρόλος, η θέση, η πίστη, η κοινότητα, όλα βρίσκονται υπό αίρεση, υπό συνεχή επαναδιαπραγμάτευση. Αυτό δημιουργεί έναν βαθύ, διάχυτο ψυχικό κλονισμό: ότι τίποτα δεν είναι σταθερό, ότι όλα μπορούν να χαθούν ή να μεταβληθούν γρήγορα. Ο εγκέφαλος προτιμά το απλό αφήγημα από την πολυπλοκότητα. Όταν οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, οι άνθρωποι δεν ζητούν ελευθερία· ζητούν «σίγουρα χέρια». Συχνά πρόκειται για τα λάθος χέρια.
Ο ψυχισμός της σύγχρονης μάζας ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανάγκη για ελευθερία και στην ανάγκη για προστασία. Αυτό εξηγεί γιατί βλέπουμε, μέσα στην ίδια δεκαετία, εκρήξεις προοδευτικής διεκδίκησης και, λίγο μετά, εκρήξεις συντηρητικής αντίδρασης.
Η κοινωνία λειτουργεί σαν εκκρεμές που χάνει σταδιακά τη σταθερή της βάση. Οι κοινωνίες δεν αντέχουν διαρκή αβεβαιότητα. Σε περιόδους ταχείας αλλαγής, οι πολίτες αναζητούν σταθερότητα· ακόμη κι αν αυτή προσφέρεται από αυταρχικούς ηγέτες. Η ψυχολογία προηγείται της πολιτικής.
Η εκπαίδευση είναι ο μεγάλος χαμένος των ταχέων κύκλων. Θα περίμενε κανείς ότι, όσο αυξάνεται η πρόσβαση στη γνώση, οι κύκλοι θα εξομαλύνονταν. Το αντίθετο συνέβη. Η γνώση δεν έγινε βαθύτερη, έγινε ταχύτερη. Οι άνθρωποι καταναλώνουν πληροφορίες αλλά δεν εκπαιδεύονται. Σε πολλές κοινωνίες, η εκπαίδευση έμεινε εγκλωβισμένη στη μετάδοση γνώσεων και όχι στη διαμόρφωση πολιτικής κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία με υπερπληθώρα δεδομένων αλλά έλλειψη πνευματικών φίλτρων.
Η εκπαίδευση, που ιστορικά υπήρξε σταθεροποιητική δύναμη, σήμερα υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα της αγοράς και στον κατακερματισμό του ψηφιακού περιβάλλοντος. Έτσι, οι κοινωνίες δεν αποκτούν αντοχές στον λαϊκισμό και στις επινοημένες βεβαιότητες. Όταν η παιδεία δεν καλλιεργεί πολίτες, γεννά καταναλωτές· και οι καταναλωτές δεν υπερασπίζονται θεσμούς. Οι κύκλοι λοιπόν μικραίνουν όχι μόνο επειδή αλλάζει η τεχνολογία, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Οι κύκλοι δεν είναι μόνο ψυχολογικοί. Είναι και υλικοί. Η οικονομική ανισότητα λειτουργεί ως μηχανή πολιτικής ταλάντωσης. Όταν η ανισότητα αυξάνεται πέρα από ένα όριο, εμφανίζονται εκρήξεις διεκδίκησης, συχνά προοδευτικές. Όταν το σύστημα αντιδρά και «σφίγγει» τους μηχανισμούς ισχύος, ακολουθεί περίοδος συντηρητισμού.
Στον 21ο αιώνα αυτός ο κύκλος επιταχύνθηκε επειδή η οικονομική ανισότητα δεν αυξάνεται με ρυθμό χρόνων, αλλά με ρυθμό μηνών. Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί σαν επιταχυντής κοινωνικών εντάσεων.
Κοντά στα παραπάνω, οι ελίτ δεν παραχωρούν εξουσία χωρίς πίεση. Κάθε φορά που διευρύνεται η δημοκρατία, αναπτύσσεται και η αντίδραση των ισχυρών: πολιτική, οικονομική ή τεχνολογική. Οι ισχυρές ομάδες βρίσκουν τρόπους να ανακατασκευάσουν την ανισότητα.
Καλές, ενδέχεται να πει κανείς, όλες αυτές οι αναλύσεις, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα πορευτούμε μέχρι το 2100; Το σίγουρο είναι ότι ο 21ος αιώνας δεν θα είναι μια ευθεία γραμμή. Θα είναι πεδίο μάχης μεταξύ τεχνολογίας, κλιματικής πίεσης και κοινωνικής συνοχής. Από εκεί και πέρα πρέπει να περάσουμε αναπόφευκτα στη «σεναριολογία». Σε πολλές μελέτες και αναλύσεις συναντάμε τρία βασικά σενάρια (όλα φυσικά με πολιτικό βάθος): το απαισιόδοξο, το πιθανότερο και το αισιόδοξο.
Στο πρώτο σενάριο, το απαισιόδοξο, συμβαίνει εκτροχιασμός. Οι κύκλοι επιταχύνονται τόσο, ώστε η κοινωνική σταθερότητα καταρρέει. Η κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ανισότητα γεννούν διαρκείς αντιδράσεις. Οι δημοκρατίες δεν αντέχουν την πίεση και καταφεύγουν σε «τεχνοκρατικό αυταρχισμό» ή λαϊκιστική δημαγωγία. Είναι το πιο σκοτεινό σενάριο, αλλά καθόλου απίθανο.
Στο δεύτερο σενάριο, το πιθανότερο, επικρατεί μια διαρκής ταλάντωση. Ο κόσμος δεν σταθεροποιείται, αλλά και δεν καταρρέει. Ζούμε μικροκύκλους διάρκειας 8–15 ετών, όπου εναλλάσσονται προοδευτικά και συντηρητικά κύματα. Η δημοκρατία επιβιώνει, αλλά με μόνιμη νευρικότητα, σαν οργανισμός με χρόνια αρρυθμία.
Στο τρίτο σενάριο, το αισιόδοξο, επέρχεται δημοκρατική ανασύνθεση. Η τεχνολογία σταθεροποιείται, η εκπαίδευση αναθεμελιώνεται, οι κοινωνίες αποκτούν νέους μηχανισμούς ανθεκτικότητας. Η δημοκρατία ωριμάζει μέσα από κρίσεις και δεν καταλύεται. Μπαίνουμε σε νέο, βραδύτερο κύκλο, όπου η πρόοδος δεν εναλλάσσεται βίαια με την αντίδραση αλλά συνυπάρχει με θεσμικά αντίβαρα.
Οι κύκλοι της Ιστορίας δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτικό. Γεννιούνται από τον φόβο, την επιθυμία, την ανισότητα· από την ταχύτητα της τεχνολογίας και την ποιότητα της εκπαίδευσης· από τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες θυμούνται και ξεχνούν.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται επειδή το θέλει· επαναλαμβάνεται επειδή οι κοινωνίες ξεχνούν ότι μπορούν να την αλλάξουν. Ξεχνάμε ότι δεν είμαστε παρατηρητές των κυμάτων, είμαστε οι δημιουργοί τους.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα έρθει νέος κύκλος· αλλά ποιος θα τον καθορίσει.
Αυτό θα κριθεί όχι από το παρελθόν, αλλά από το θάρρος του παρόντος.
Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι, η δημοκρατία είναι ο πιο ακριβός τρόπος διακυβέρνησης αλλά και ο μόνος που αποτρέπει τη διολίσθηση στη βαρβαρότητα.
* Δρ. Μηχανικός
τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε
Στο πρώτο άρθρο είδαμε πώς, από την αρχαιότητα έως τον 19ο αιώνα, οι κύκλοι εξουσίας και χειραφέτησης διαδέχονταν ο ένας τον άλλον με βραδύ ρυθμό: αυτοκρατορίες που άντεχαν αιώνες, θρησκευτικές αυθεντίες που καθόριζαν πολλαπλές γενιές, πολιτικά συστήματα που έμοιαζαν πως δεν θα άλλαζαν ποτέ.
Αν ο πρώτος χάρτης της ανθρώπινης ιστορίας είναι γεμάτος αργές τεκτονικές κινήσεις, ο δεύτερος (αυτός που ξεκινά τον τελευταίο ενάμιση αιώνα) θυμίζει σεισμό διαρκείας.
Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, άνοδος και πτώση ολοκληρωτισμών, δημοκρατική επέκταση, οικονομικές καταρρεύσεις, κοινωνικές εκρήξεις. Ό,τι άλλοτε ήθελε εκατοντάδες χρόνια συνέβαινε πλέον σε λίγες δεκαετίες. Ο χρόνος συστέλλεται, οι ιστορικοί κύκλοι επιταχύνονται δραματικά. Πολιτικές φάσεις που κάποτε χρειάζονταν γενιές, τώρα διαδέχονται η μία την άλλη μέσα σε μια δεκαετία. Το εκκρεμές προοδευτισμούσυντηρητισμού κινείται πιο βίαια, πιο απρόβλεπτα. Το ερώτημα είναι γιατί. Τι άλλαξε;
Γιατί οι κοινωνίες δεν σταθεροποιούνται πια για μεγάλα διαστήματα; Και τι σημαίνει αυτό για το 2050, για το 2100, για το μέλλον της δημοκρατίας; Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει μια λογική πίσω από αυτή την επιτάχυνση. Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε κάποιες αιτίες.
Πρώτα-πρώτα η τεχνολογία, που καλπάζει στις μέρες μας. Η τεχνολογία δεν είναι απλώς εργαλείο. Είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η συλλογική ψυχολογία. Στον 20ο αιώνα, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος έδωσαν στα αυταρχικά καθεστώτα μια πρωτοφανή δυνατότητα μαζικής επιρροής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η τηλεόραση ένωσε έθνη γύρω από ένα κέντρο αφήγησης. Στις αρχές του 21ου αιώνα, το διαδίκτυο έκανε το ακριβώς αντίθετο: διέλυσε τα κέντρα, έσπασε τις αφηγήσεις, αποδόμησε τις αυθεντίες.
Σε έναν κόσμο όπου κάθε άτομο έχει μικρόφωνο, η κοινωνική σταθερότητα γίνεται εύθραυστη. Οι παραδοχές που κάποτε χρειάζονταν δεκαετίες ή αιώνες για να αμφισβητηθούν, τώρα αμφισβητούνται μέσα σε μήνες. Οι πολιτικές ιδέες δεν ανεβαίνουν και πέφτουν όπως παλιά. Διαδίδονται, αναφλέγονται, θρυμματίζονται, ξαναγεννιούνται. Η τεχνολογία, υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί σαν ένας επιταχυντής χημικής αντίδρασης· δηλαδή μειώνει τον χρόνο ανάμεσα στα στάδια. Και αυτό δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη προς την πρόοδο. Οδηγεί προς την αστάθεια· και η αστάθεια, ιστορικά, υπήρξε πάντοτε γόνιμο έδαφος για αυταρχικές λύσεις.
Έπειτα είναι η ψυχολογία των μαζών. Οι άνθρωποι δεν αλλάξαμε ως βιολογία. Αλλά αλλάξαμε ως ψυχολογία. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη αλλά «επιλογή». Ο ρόλος, η θέση, η πίστη, η κοινότητα, όλα βρίσκονται υπό αίρεση, υπό συνεχή επαναδιαπραγμάτευση. Αυτό δημιουργεί έναν βαθύ, διάχυτο ψυχικό κλονισμό: ότι τίποτα δεν είναι σταθερό, ότι όλα μπορούν να χαθούν ή να μεταβληθούν γρήγορα. Ο εγκέφαλος προτιμά το απλό αφήγημα από την πολυπλοκότητα. Όταν οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, οι άνθρωποι δεν ζητούν ελευθερία· ζητούν «σίγουρα χέρια». Συχνά πρόκειται για τα λάθος χέρια.
Ο ψυχισμός της σύγχρονης μάζας ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανάγκη για ελευθερία και στην ανάγκη για προστασία. Αυτό εξηγεί γιατί βλέπουμε, μέσα στην ίδια δεκαετία, εκρήξεις προοδευτικής διεκδίκησης και, λίγο μετά, εκρήξεις συντηρητικής αντίδρασης.
Η κοινωνία λειτουργεί σαν εκκρεμές που χάνει σταδιακά τη σταθερή της βάση. Οι κοινωνίες δεν αντέχουν διαρκή αβεβαιότητα. Σε περιόδους ταχείας αλλαγής, οι πολίτες αναζητούν σταθερότητα· ακόμη κι αν αυτή προσφέρεται από αυταρχικούς ηγέτες. Η ψυχολογία προηγείται της πολιτικής.
Η εκπαίδευση είναι ο μεγάλος χαμένος των ταχέων κύκλων. Θα περίμενε κανείς ότι, όσο αυξάνεται η πρόσβαση στη γνώση, οι κύκλοι θα εξομαλύνονταν. Το αντίθετο συνέβη. Η γνώση δεν έγινε βαθύτερη, έγινε ταχύτερη. Οι άνθρωποι καταναλώνουν πληροφορίες αλλά δεν εκπαιδεύονται. Σε πολλές κοινωνίες, η εκπαίδευση έμεινε εγκλωβισμένη στη μετάδοση γνώσεων και όχι στη διαμόρφωση πολιτικής κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία με υπερπληθώρα δεδομένων αλλά έλλειψη πνευματικών φίλτρων.
Η εκπαίδευση, που ιστορικά υπήρξε σταθεροποιητική δύναμη, σήμερα υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα της αγοράς και στον κατακερματισμό του ψηφιακού περιβάλλοντος. Έτσι, οι κοινωνίες δεν αποκτούν αντοχές στον λαϊκισμό και στις επινοημένες βεβαιότητες. Όταν η παιδεία δεν καλλιεργεί πολίτες, γεννά καταναλωτές· και οι καταναλωτές δεν υπερασπίζονται θεσμούς. Οι κύκλοι λοιπόν μικραίνουν όχι μόνο επειδή αλλάζει η τεχνολογία, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Οι κύκλοι δεν είναι μόνο ψυχολογικοί. Είναι και υλικοί. Η οικονομική ανισότητα λειτουργεί ως μηχανή πολιτικής ταλάντωσης. Όταν η ανισότητα αυξάνεται πέρα από ένα όριο, εμφανίζονται εκρήξεις διεκδίκησης, συχνά προοδευτικές. Όταν το σύστημα αντιδρά και «σφίγγει» τους μηχανισμούς ισχύος, ακολουθεί περίοδος συντηρητισμού.
Στον 21ο αιώνα αυτός ο κύκλος επιταχύνθηκε επειδή η οικονομική ανισότητα δεν αυξάνεται με ρυθμό χρόνων, αλλά με ρυθμό μηνών. Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί σαν επιταχυντής κοινωνικών εντάσεων.
Κοντά στα παραπάνω, οι ελίτ δεν παραχωρούν εξουσία χωρίς πίεση. Κάθε φορά που διευρύνεται η δημοκρατία, αναπτύσσεται και η αντίδραση των ισχυρών: πολιτική, οικονομική ή τεχνολογική. Οι ισχυρές ομάδες βρίσκουν τρόπους να ανακατασκευάσουν την ανισότητα.
Καλές, ενδέχεται να πει κανείς, όλες αυτές οι αναλύσεις, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα πορευτούμε μέχρι το 2100; Το σίγουρο είναι ότι ο 21ος αιώνας δεν θα είναι μια ευθεία γραμμή. Θα είναι πεδίο μάχης μεταξύ τεχνολογίας, κλιματικής πίεσης και κοινωνικής συνοχής. Από εκεί και πέρα πρέπει να περάσουμε αναπόφευκτα στη «σεναριολογία». Σε πολλές μελέτες και αναλύσεις συναντάμε τρία βασικά σενάρια (όλα φυσικά με πολιτικό βάθος): το απαισιόδοξο, το πιθανότερο και το αισιόδοξο.
Στο πρώτο σενάριο, το απαισιόδοξο, συμβαίνει εκτροχιασμός. Οι κύκλοι επιταχύνονται τόσο, ώστε η κοινωνική σταθερότητα καταρρέει. Η κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ανισότητα γεννούν διαρκείς αντιδράσεις. Οι δημοκρατίες δεν αντέχουν την πίεση και καταφεύγουν σε «τεχνοκρατικό αυταρχισμό» ή λαϊκιστική δημαγωγία. Είναι το πιο σκοτεινό σενάριο, αλλά καθόλου απίθανο.
Στο δεύτερο σενάριο, το πιθανότερο, επικρατεί μια διαρκής ταλάντωση. Ο κόσμος δεν σταθεροποιείται, αλλά και δεν καταρρέει. Ζούμε μικροκύκλους διάρκειας 8–15 ετών, όπου εναλλάσσονται προοδευτικά και συντηρητικά κύματα. Η δημοκρατία επιβιώνει, αλλά με μόνιμη νευρικότητα, σαν οργανισμός με χρόνια αρρυθμία.
Στο τρίτο σενάριο, το αισιόδοξο, επέρχεται δημοκρατική ανασύνθεση. Η τεχνολογία σταθεροποιείται, η εκπαίδευση αναθεμελιώνεται, οι κοινωνίες αποκτούν νέους μηχανισμούς ανθεκτικότητας. Η δημοκρατία ωριμάζει μέσα από κρίσεις και δεν καταλύεται. Μπαίνουμε σε νέο, βραδύτερο κύκλο, όπου η πρόοδος δεν εναλλάσσεται βίαια με την αντίδραση αλλά συνυπάρχει με θεσμικά αντίβαρα.
Οι κύκλοι της Ιστορίας δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτικό. Γεννιούνται από τον φόβο, την επιθυμία, την ανισότητα· από την ταχύτητα της τεχνολογίας και την ποιότητα της εκπαίδευσης· από τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες θυμούνται και ξεχνούν.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται επειδή το θέλει· επαναλαμβάνεται επειδή οι κοινωνίες ξεχνούν ότι μπορούν να την αλλάξουν. Ξεχνάμε ότι δεν είμαστε παρατηρητές των κυμάτων, είμαστε οι δημιουργοί τους.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα έρθει νέος κύκλος· αλλά ποιος θα τον καθορίσει.
Αυτό θα κριθεί όχι από το παρελθόν, αλλά από το θάρρος του παρόντος.
Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι, η δημοκρατία είναι ο πιο ακριβός τρόπος διακυβέρνησης αλλά και ο μόνος που αποτρέπει τη διολίσθηση στη βαρβαρότητα.
* Δρ. Μηχανικός
τ. Δ/ντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου