Γ. Πευκιανάκη
Στη γνωστή παραβολή του Ασώτου, ο μεγάλος γιος είναι ο καλός, αλλά ποια αγάπη δείχνει στον αδελφό που επιστρέφει;
Στο Ευαγγελικό κείμενο. ( Λουκά 15) ’Ο ένας γιός ζητά και παίρνει το μερίδιό του από την πατρική περιουσία φεύγει και την σπαταλά ζώντας άσωτα κάποια μέρα ζώντας σε απόλυτη φτώχια και εξευτελισμό, σκέφτεται, τόσοι υπηρέτες στο πατρικό σπίτι ζουν χορτάτοι και εγώ πεθαίνω της πείνας, ας γυρίσω να παρακαλέσω τον πατέρα. Ο μεγάλος γιος ζεί μόνιμα εργαζόμενος στο πατρικό σπίτι είναι πράγματι “ο καλός” με την εξωτερική έννοια: υπάκουος, εργατικός, πιστός στον πατέρα. Όμως, όταν επιστρέφει ο αδελφός, δεν δείχνει σχεδόν καμία αγάπη προς αυτόν.Τι κάνει αντί για αγάπη;
Θυμώνει και αρνείται να μπει στο σπίτι.
Μιλά για τον αδελφό του όχι ως «αδελφό», αλλά ως «αυτός ο γιος σου».
Δεν χαίρεται για τη σωτηρία του άλλου, αλλά συγκρίνει και μετράει αδικία. Γύρισε , τον δέχτηκες και έσφαξες μοσχάρι « και φαγώντες ευφρανθώμεν»
Η δικαιοσύνη του είναι λογιστική, όχι σχέση.
Μπορεί κανείς να είναι «μέσα στο σπίτι του πατέρα» και όμως έξω από την καρδιά του πατέρα. Ο πατέρας, μάλιστα, βγαίνει και σε αυτόν — όπως βγήκε και στον άσωτο.- Έλα του λέει γύρισε ο αδελφός σου «απολωλώς ήν και ευρέθη» Ο άλλος αρνείται την κοινή τράπεζα την χαρά της επιστροφής.
Ο πατέρας δείχνει αγάπη χωρίς να τον μαλώσει, αλλά εκεί η ιστορία μένει ανοιχτή: δεν μαθαίνουμε αν ο μεγάλος γιος μπαίνει τελικά στο γλέντι.
Σαν να μας ρωτά ο Χριστός:
«Εσύ που είσαι σωστός, μπορείς να χαρείς με τη μετάνοια του άλλου;
Μπορείς να αγαπήσεις χωρίς να κρατάς λογαριασμό;»
Κάπου διάβασα, πέρα από το ευαγγέλιο ,μια στοχαστική προσέγγιση, ότι την άλλη μέρα ο επιστρέψας υιός λέει στον αδελφό του " τί έχεις αδελφέ μου ; όλα δικά σου θα είναι, εγώ όσα ένα μεροκάματο μου αρκεί!" και ο αδελφός- τι μωρέ του λέει θαρρείς πως μένοιασε το μοσχάρι πούσφαξε ο πατέρας; .Ήμουν έτοιμος να φύγω κι εγώ αλλά τώρα που γύρισες εσύ , ποιός τον ακούει το γερο!
‘Ητοι: Φανερώνεται καθαρά η καρδιά και των δύο αδελφών.
Ο επιστρέψας: Μιλά με ταπείνωση. Δεν διεκδικεί τίποτα. Δεν ζηλεύει. Έχει καταλάβει ότι η ζωή είναι δώρο, όχι δικαίωμα….«Όσα ένα μεροκάματο μου αρκεί».
Αυτό είναι ήδη μετάνοια που έγινε σοφία. Ο μεγάλος αδελφός, αντίθετα: δεν τον πονά το μοσχάρι. Τον πονά ότι έχασε το μονοπώλιο της εύνοιας. Δεν θέλει τον πατέρα «γέρο» από αγάπη, αλλά από ενόχληση. Η φράση «ήμουν έτοιμος να φύγω κι εγώ» δείχνει κάτι σκληρό: ποτέ δεν ήταν πραγματικά μέσα. Εδώ αποκαλύπτεται το βαθύτερο νόημα της παραβολής: Ο άσωτος έφυγε φανερά και γύρισε. Ο μεγάλος δεν έφυγε ποτέ εξωτερικά, αλλά ήταν ήδη ξένος εσωτερικά. Η προσθήκη αυτή λέει κάτι πολύ ανθρώπινο: Μερικές φορές η δικαιοσύνη χωρίς έλεος γίνεται πιο σκληρή από την αμαρτία. Και κάτι ακόμα λεπτό:
Ο άσωτος, ενώ «φταίχτης», έμαθε να αγαπά χωρίς σύγκριση.
Ο μεγάλος, ενώ «σωστός», μετράει τα πάντα — ακόμα και την αγάπη του πατέρα. Δεν είναι τυχαίο που το Ευαγγέλιο δεν μας λέει αν ο μεγάλος γιος μπαίνει στο γλέντι. ο μεγάλος γιος είναι συχνά ο άνθρωπος που δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του και γι’ αυτό δεν αντέχει να συγχωρεθεί ο άλλος.
Οι δύο γιοι ως δύο τρόποι ύπαρξης:
Ο άσωτος
Ζει την ελευθερία ως ρίσκο. Φεύγει, πέφτει, πεινά, γυμνώνεται από ψευδαισθήσεις.
Όταν επιστρέφει, δεν ζητά δικαιώματα αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη: «δεν αξίζω μόνο να ζω». η ελευθερία που δεν φοβάται την πτώση.
Ο μεγάλος γιος
Ζει την ελευθερία ως άρνηση. Δεν φεύγει — αλλά δεν διαλέγει. Δεν αποφάσισε.
Μένει από φόβο, από καθήκον, από “πρέπει”. Κι εδώ ο Καζαντζάκης θα ήταν σκληρός: Δεν είσαι αθώος επειδή δεν έφυγες.
Είσαι υπεύθυνος που δεν τόλμησες. Ο μεγάλος γιος κατηγορεί τον πατέρα, τον αδελφό, το μοσχάρι, την εύνοια — αλλά δεν λέει ποτέ: «εγώ διάλεξα να μείνω» Κι αυτό είναι υπαρξιακή ανευθυνότητα.Ο πατέρας (ή: και ο Θεός του Καζαντζάκη)
Δεν επιβάλλει .Δεν συγκρατεί Δεν ανταμείβει με μέτρο. Στέκεται και στους δύο και λέει: «Όλα δικά σου ήταν πάντα». Δηλαδή: η ελευθερία σου υπήρχε — εσύ τι έκανες μ’ αυτήν; Η παραβολή δεν τελειώνει.
Γιατί η ύπαρξη δεν τελειώνει με ηθικό δίδαγμα. Ο μεγάλος γιος μπορεί να μπει στο γλέντι Μπορεί και όχι. Και εκεί είναι η ευθύνη του. Ο άσωτος πλήρωσε την ελευθερία του με πόνο.
Ο μεγάλος πρέπει να πληρώσει τη δική του με αλήθεια .«Ν’ αγαπάς την ευθύνη…
να λες: εγώ, εγώ μονάχος μου, έχω χρέος να σώσω τον κόσμο.» Στην παραβολή:ο ένας σώζει τον εαυτό του επιστρέφοντας, ο άλλος καλείται να σωθεί συγχωρώντας.
Στη γνωστή παραβολή του Ασώτου, ο μεγάλος γιος είναι ο καλός, αλλά ποια αγάπη δείχνει στον αδελφό που επιστρέφει;
Στο Ευαγγελικό κείμενο. ( Λουκά 15) ’Ο ένας γιός ζητά και παίρνει το μερίδιό του από την πατρική περιουσία φεύγει και την σπαταλά ζώντας άσωτα κάποια μέρα ζώντας σε απόλυτη φτώχια και εξευτελισμό, σκέφτεται, τόσοι υπηρέτες στο πατρικό σπίτι ζουν χορτάτοι και εγώ πεθαίνω της πείνας, ας γυρίσω να παρακαλέσω τον πατέρα. Ο μεγάλος γιος ζεί μόνιμα εργαζόμενος στο πατρικό σπίτι είναι πράγματι “ο καλός” με την εξωτερική έννοια: υπάκουος, εργατικός, πιστός στον πατέρα. Όμως, όταν επιστρέφει ο αδελφός, δεν δείχνει σχεδόν καμία αγάπη προς αυτόν.Τι κάνει αντί για αγάπη;
Θυμώνει και αρνείται να μπει στο σπίτι.
Μιλά για τον αδελφό του όχι ως «αδελφό», αλλά ως «αυτός ο γιος σου».
Δεν χαίρεται για τη σωτηρία του άλλου, αλλά συγκρίνει και μετράει αδικία. Γύρισε , τον δέχτηκες και έσφαξες μοσχάρι « και φαγώντες ευφρανθώμεν»
Η δικαιοσύνη του είναι λογιστική, όχι σχέση.
Μπορεί κανείς να είναι «μέσα στο σπίτι του πατέρα» και όμως έξω από την καρδιά του πατέρα. Ο πατέρας, μάλιστα, βγαίνει και σε αυτόν — όπως βγήκε και στον άσωτο.- Έλα του λέει γύρισε ο αδελφός σου «απολωλώς ήν και ευρέθη» Ο άλλος αρνείται την κοινή τράπεζα την χαρά της επιστροφής.
Ο πατέρας δείχνει αγάπη χωρίς να τον μαλώσει, αλλά εκεί η ιστορία μένει ανοιχτή: δεν μαθαίνουμε αν ο μεγάλος γιος μπαίνει τελικά στο γλέντι.
Σαν να μας ρωτά ο Χριστός:
«Εσύ που είσαι σωστός, μπορείς να χαρείς με τη μετάνοια του άλλου;
Μπορείς να αγαπήσεις χωρίς να κρατάς λογαριασμό;»
Κάπου διάβασα, πέρα από το ευαγγέλιο ,μια στοχαστική προσέγγιση, ότι την άλλη μέρα ο επιστρέψας υιός λέει στον αδελφό του " τί έχεις αδελφέ μου ; όλα δικά σου θα είναι, εγώ όσα ένα μεροκάματο μου αρκεί!" και ο αδελφός- τι μωρέ του λέει θαρρείς πως μένοιασε το μοσχάρι πούσφαξε ο πατέρας; .Ήμουν έτοιμος να φύγω κι εγώ αλλά τώρα που γύρισες εσύ , ποιός τον ακούει το γερο!
‘Ητοι: Φανερώνεται καθαρά η καρδιά και των δύο αδελφών.
Ο επιστρέψας: Μιλά με ταπείνωση. Δεν διεκδικεί τίποτα. Δεν ζηλεύει. Έχει καταλάβει ότι η ζωή είναι δώρο, όχι δικαίωμα….«Όσα ένα μεροκάματο μου αρκεί».
Αυτό είναι ήδη μετάνοια που έγινε σοφία. Ο μεγάλος αδελφός, αντίθετα: δεν τον πονά το μοσχάρι. Τον πονά ότι έχασε το μονοπώλιο της εύνοιας. Δεν θέλει τον πατέρα «γέρο» από αγάπη, αλλά από ενόχληση. Η φράση «ήμουν έτοιμος να φύγω κι εγώ» δείχνει κάτι σκληρό: ποτέ δεν ήταν πραγματικά μέσα. Εδώ αποκαλύπτεται το βαθύτερο νόημα της παραβολής: Ο άσωτος έφυγε φανερά και γύρισε. Ο μεγάλος δεν έφυγε ποτέ εξωτερικά, αλλά ήταν ήδη ξένος εσωτερικά. Η προσθήκη αυτή λέει κάτι πολύ ανθρώπινο: Μερικές φορές η δικαιοσύνη χωρίς έλεος γίνεται πιο σκληρή από την αμαρτία. Και κάτι ακόμα λεπτό:
Ο άσωτος, ενώ «φταίχτης», έμαθε να αγαπά χωρίς σύγκριση.
Ο μεγάλος, ενώ «σωστός», μετράει τα πάντα — ακόμα και την αγάπη του πατέρα. Δεν είναι τυχαίο που το Ευαγγέλιο δεν μας λέει αν ο μεγάλος γιος μπαίνει στο γλέντι. ο μεγάλος γιος είναι συχνά ο άνθρωπος που δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του και γι’ αυτό δεν αντέχει να συγχωρεθεί ο άλλος.
Οι δύο γιοι ως δύο τρόποι ύπαρξης:
Ο άσωτος
Ζει την ελευθερία ως ρίσκο. Φεύγει, πέφτει, πεινά, γυμνώνεται από ψευδαισθήσεις.
Όταν επιστρέφει, δεν ζητά δικαιώματα αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη: «δεν αξίζω μόνο να ζω». η ελευθερία που δεν φοβάται την πτώση.
Ο μεγάλος γιος
Ζει την ελευθερία ως άρνηση. Δεν φεύγει — αλλά δεν διαλέγει. Δεν αποφάσισε.
Μένει από φόβο, από καθήκον, από “πρέπει”. Κι εδώ ο Καζαντζάκης θα ήταν σκληρός: Δεν είσαι αθώος επειδή δεν έφυγες.
Είσαι υπεύθυνος που δεν τόλμησες. Ο μεγάλος γιος κατηγορεί τον πατέρα, τον αδελφό, το μοσχάρι, την εύνοια — αλλά δεν λέει ποτέ: «εγώ διάλεξα να μείνω» Κι αυτό είναι υπαρξιακή ανευθυνότητα.Ο πατέρας (ή: και ο Θεός του Καζαντζάκη)
Δεν επιβάλλει .Δεν συγκρατεί Δεν ανταμείβει με μέτρο. Στέκεται και στους δύο και λέει: «Όλα δικά σου ήταν πάντα». Δηλαδή: η ελευθερία σου υπήρχε — εσύ τι έκανες μ’ αυτήν; Η παραβολή δεν τελειώνει.
Γιατί η ύπαρξη δεν τελειώνει με ηθικό δίδαγμα. Ο μεγάλος γιος μπορεί να μπει στο γλέντι Μπορεί και όχι. Και εκεί είναι η ευθύνη του. Ο άσωτος πλήρωσε την ελευθερία του με πόνο.
Ο μεγάλος πρέπει να πληρώσει τη δική του με αλήθεια .«Ν’ αγαπάς την ευθύνη…
να λες: εγώ, εγώ μονάχος μου, έχω χρέος να σώσω τον κόσμο.» Στην παραβολή:ο ένας σώζει τον εαυτό του επιστρέφοντας, ο άλλος καλείται να σωθεί συγχωρώντας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου