«Παραμονή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, ένας λυράρης από τα κάτω χωριά του Μυλοπόταμου, έφτασε στ' Ανώγεια. Μόλις τον είδε ο Γρυλιός του φώναξε:
- "Μπρε κουμπάρε, πανηγύρι έχομε αύριο, μόνο κάτσε να παίξεις επαέ στο καφενείο, να βγάλουμε και κανένα φράγκο".
Συμφώνησαν και το βράδυ άρχισε το γλέντι στο καφενείο του Γρυλιού. Μπήκε η πρώτη παρέα και λέει ο λυράρης:
- "Κουμπάρε Γρυλιό, κέρασέ τους". Μπήκε η δεύτερη, ξανά: “Κέρασέ τους". Η τρίτη, το ίδιο. Σ' ένα διάλειμμα, λέει ο λυράρης του Γρυλιού:
- "Για να μη σου φωνάζω κάθε φορά “κέρασέ τους”, μόλις μπαίνουν, κι είναι γνωστή μου παρέα, θα σου κουνώ την κεφαλή, κι εσύ θα κερνάς!",
- "Εντάξει", του λέει ο Γρυλιός.
Έπαιζε ο λυράρης, χτυπούσε τον πόδα του κάτω, ως το συνηθίζουν οι λυρατζήδες, μα τούτος κουνούσε και την κεφαλή του, πέρα-πόδε, πράγμα που παρατήρησε ο Γρυλιός. Έτσι, όταν τέλειωσε το πανηγύρι και κάθισαν να λογαριαστούν, ο Γρυλιός, που πεθαίνει για πλάκες, του λέει:
- “Εκατόν είκοσι μπίρες, μου χρωστείς, κουμπάρε!”
- “Για τ' όνομα τση Παναγίας", του λέει ο λυράρης, “από πού κι ως πού; Εννιά παρέες εκέρασα όλες κι όλες!".
- "Δε μου 'πες", του λέει ο Γρυλιός, "άμα κουνάς την κεφαλή να κερνώς. Συνέχεια την κουνούσες, κι εγώ κερνούσα αβέρτα!"
- "Για τ' όνομα του Ιησού Χριστού", του λέει απελπισμένα, ο λυράρης. "Αυτό, μπρε κουμπάρε Γρυλιό, είναι το χούι μου".
Και ο Γρυλιός
- "Μα 'γω θα σου το κόψω!".
Από το βιβλίο του Σταμάτη Αποστολάκη
Στην φώτο Κουφιανός στην λύρα, Κουτσουρέλης στο λαούτο.... Ζάππειο το 1938

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου