Γράφει ο Γ. Πευκιανάκη
Καθώς πλησιάζουν οι άγιες ημέρες όπου από την γέννηση του Χριστού και το "Επι γής Ειρήνη", το "Δόξα εν υψίστοις Θεώ" στο «Σταυρωθήτω» εκραύγαζον, σκέφτομαι, αφού η κατά χάριν νοημοσύνη που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο δεν τον βοήθησε για ένα καλύτερο κόσμο, αυτή του η τεχνητή νοημοσύνη, πόσο έκανε φοβερότερο και καταστροφικότερο τον πόλεμο την ορατή πια προοπτική για πανανθρώπινη καταστροφή.
Κι όμως στη αποιεροποιημένη Δύση- πόσο είμαστε χριστιανοί- θα θυμηθούμε το Πάσχα και θα θρηνήσουμε «εορτάζοντες» την Σταύρωση του Χριστού, θα επαναλάβομε κηρύγματα για την σωτηρία των ψυχών ημών και του κόσμου.
Φαίνεται έτσι πορεύεται η ιστορία του κόσμου και λίγο αντιλαμβάνονται οι ισχυροί- αν μάλιστα είναι και αλλόφρονες- το «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα» ότι όλα του κόσμου καπνός και σκιά.
Ας μου επιτραπεί να αναδημοσιεύσω ένα κείμενο «περι ΕΙΡΗΝΗΣ» με παραπομπές που μου άρεσε και προ ετών το κράτησα.
Ἡ προέλευση τῆς λέξης εἶναι ἀβέβαιη – μάλλον εἶναι προελληνική. Σε ἀντίθεση με τη σημασία της, γνωστὴ και σταθερὴ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Κατάσταση ἠρεμίας καὶ ἡσυχίας δηλώνει, ἁρμονικὴ καὶ φιλικὴ σχέση μεταξὺ ἀτόμων καὶ λαῶν σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὶς ἔριδες, τὴ διαμάχη, τὴ ρήξη.
Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἔχει χιλιάδες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴν. Ὁ Ὅμηρος, πρῶτος (γιὰ νὰ ὰκολουθήσουν καὶ ἄλλοι), τὴ συνέδεσε μὲ τὸν πλοῦτο (ω, 486), τὴν ἔθεσε δὲ ὡς ἔννοια ἀπέναντι στὸν πόλεμο (Β, 787). Καταλαβαίνουμε εὔκολα γιατί ἡ ἔννοια αὐτὴ ὑψώθηκε σὲ θεά, θυγατέρα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμιδας, ἀδελφὴ τῆς Εὐνομίας καὶ τῆς Δίκης. Καταλαβαίνουμε τὴν ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία τὴν περιέβαλλαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ τὸ ζῆλο μὲ τὸν ὁποῖο τὴν κόσμησαν στὰ γραπτά τους ποιητές, φιλόσοφοι, ἱστορικοί, ἢ γλύπτες καὶ ζωγράφοι ἀνέδειξαν τὴ γαλήνια μορφή της. Στὸ χαρακτηρισμὸ «πλουτοδότειρα» θὰ μποροῦσαν νὰ περιληφθοῦν ὅλα τὰ εὐεργετικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο γνωρίσματά της.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι σχεδὸν τρεῖς ἑκατοντάδες οἱ ἀναφορὲς στὴν εἰρήνη. Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ (Ψαλμὸς 37, 4) ὁρίζεται ὡς ἡ κατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης: «οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου». Γιὰ ἁμαρτωλοὺς λέγεται (Ψαλμὸς 12, 5) ὅτι δὲν γνωρίζουν (καὶ ἑπομένως δὲν ἀκολουθοῦν) «ὁδὸν εἰρήνης». Κατὰ τὴ μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα ἡ λέξη χρησιμοποιόταν στὸν ἑβραϊκὸ κόσμο ὡς χαιρετισμός: «εἰρήνη, εἰρήνη σοι» (Παραλειπόμενα 12, 18). Ἀπὸ τὴ σχετικὴ φρασεολογία προέρχεται ἡ φράση, γνωστὴ καὶ σήμερα, «πορεύου εἰς εἰρήνην» (Βασιλειῶν Α 1, 17). Ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ χαιρετισμὸ ἐπιβεβαιώνεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου ὁ Ἰησοῦς ἀφ' ἑνὸς προτρέπει «εἰς ἣν δ' ἂν εἰσέλθητε οἰκίαν, πρῶτον λέγετε, εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ» (Λουκ. 10, 5), ἀφ' ἑτέρου χρησιμοποιεῖ τὶς φράσεις «ὕπαγε εἰς εἰρήνην» (Μάρκ. 5, 34), «πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 8, 1/48), «εἰς ὁδὸν εἰρήνης» (Λουκ. 1,80). Ὁ δὲ Παῦλος στὶς ἐπιστολές του τὴν εἰρήνη χρησιμοποιεῖ ὡς χαιρετισμό. Παρόμοια χρήση συναντᾶμε καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Καθώς πλησιάζουν οι άγιες ημέρες όπου από την γέννηση του Χριστού και το "Επι γής Ειρήνη", το "Δόξα εν υψίστοις Θεώ" στο «Σταυρωθήτω» εκραύγαζον, σκέφτομαι, αφού η κατά χάριν νοημοσύνη που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο δεν τον βοήθησε για ένα καλύτερο κόσμο, αυτή του η τεχνητή νοημοσύνη, πόσο έκανε φοβερότερο και καταστροφικότερο τον πόλεμο την ορατή πια προοπτική για πανανθρώπινη καταστροφή.
Κι όμως στη αποιεροποιημένη Δύση- πόσο είμαστε χριστιανοί- θα θυμηθούμε το Πάσχα και θα θρηνήσουμε «εορτάζοντες» την Σταύρωση του Χριστού, θα επαναλάβομε κηρύγματα για την σωτηρία των ψυχών ημών και του κόσμου.
Φαίνεται έτσι πορεύεται η ιστορία του κόσμου και λίγο αντιλαμβάνονται οι ισχυροί- αν μάλιστα είναι και αλλόφρονες- το «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα» ότι όλα του κόσμου καπνός και σκιά.
Ας μου επιτραπεί να αναδημοσιεύσω ένα κείμενο «περι ΕΙΡΗΝΗΣ» με παραπομπές που μου άρεσε και προ ετών το κράτησα.
Ἡ προέλευση τῆς λέξης εἶναι ἀβέβαιη – μάλλον εἶναι προελληνική. Σε ἀντίθεση με τη σημασία της, γνωστὴ και σταθερὴ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Κατάσταση ἠρεμίας καὶ ἡσυχίας δηλώνει, ἁρμονικὴ καὶ φιλικὴ σχέση μεταξὺ ἀτόμων καὶ λαῶν σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὶς ἔριδες, τὴ διαμάχη, τὴ ρήξη.
Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἔχει χιλιάδες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴν. Ὁ Ὅμηρος, πρῶτος (γιὰ νὰ ὰκολουθήσουν καὶ ἄλλοι), τὴ συνέδεσε μὲ τὸν πλοῦτο (ω, 486), τὴν ἔθεσε δὲ ὡς ἔννοια ἀπέναντι στὸν πόλεμο (Β, 787). Καταλαβαίνουμε εὔκολα γιατί ἡ ἔννοια αὐτὴ ὑψώθηκε σὲ θεά, θυγατέρα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμιδας, ἀδελφὴ τῆς Εὐνομίας καὶ τῆς Δίκης. Καταλαβαίνουμε τὴν ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία τὴν περιέβαλλαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ τὸ ζῆλο μὲ τὸν ὁποῖο τὴν κόσμησαν στὰ γραπτά τους ποιητές, φιλόσοφοι, ἱστορικοί, ἢ γλύπτες καὶ ζωγράφοι ἀνέδειξαν τὴ γαλήνια μορφή της. Στὸ χαρακτηρισμὸ «πλουτοδότειρα» θὰ μποροῦσαν νὰ περιληφθοῦν ὅλα τὰ εὐεργετικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο γνωρίσματά της.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι σχεδὸν τρεῖς ἑκατοντάδες οἱ ἀναφορὲς στὴν εἰρήνη. Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ (Ψαλμὸς 37, 4) ὁρίζεται ὡς ἡ κατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης: «οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου». Γιὰ ἁμαρτωλοὺς λέγεται (Ψαλμὸς 12, 5) ὅτι δὲν γνωρίζουν (καὶ ἑπομένως δὲν ἀκολουθοῦν) «ὁδὸν εἰρήνης». Κατὰ τὴ μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα ἡ λέξη χρησιμοποιόταν στὸν ἑβραϊκὸ κόσμο ὡς χαιρετισμός: «εἰρήνη, εἰρήνη σοι» (Παραλειπόμενα 12, 18). Ἀπὸ τὴ σχετικὴ φρασεολογία προέρχεται ἡ φράση, γνωστὴ καὶ σήμερα, «πορεύου εἰς εἰρήνην» (Βασιλειῶν Α 1, 17). Ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ χαιρετισμὸ ἐπιβεβαιώνεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου ὁ Ἰησοῦς ἀφ' ἑνὸς προτρέπει «εἰς ἣν δ' ἂν εἰσέλθητε οἰκίαν, πρῶτον λέγετε, εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ» (Λουκ. 10, 5), ἀφ' ἑτέρου χρησιμοποιεῖ τὶς φράσεις «ὕπαγε εἰς εἰρήνην» (Μάρκ. 5, 34), «πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 8, 1/48), «εἰς ὁδὸν εἰρήνης» (Λουκ. 1,80). Ὁ δὲ Παῦλος στὶς ἐπιστολές του τὴν εἰρήνη χρησιμοποιεῖ ὡς χαιρετισμό. Παρόμοια χρήση συναντᾶμε καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ἤδη, ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ προβάλλεται, ἡ εἰρήνη: «δόξα ἐν ὑψίστοις θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη» (Λουκ. 2, 15).
Ιδιαίτερα μου έρχεται στο νού το τροπάριο, «καταβασίας των Χριστουγέννων»
« Θεός ών ειρήνης, πατήρ οικτιρμών, της μεγάλης βουλής σου τον Άγγελον , ειρήνη παρεχόμενον, απέστειλας ημίν, όθεν θεογνωσίας, προς φώς οδηγηθέντες, εκ νυκτός οθρίζοντες, δοξολογούμεν σε, Φιλάνθρωπε»
Ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση ἀπευθύνεται στοὺς Μαθητές του λέγοντας «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάνν. 14, 27) καὶ «ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε» (Ἰωάνν. 16, 33), ἐνῶ μετὰ τὴν ἀνάσταση τοὺς ἀπευθύνει τὸ χαιρετισμὸ «εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάνν. 20, 19/21/26, Λουκ. 24, 36). Στὸ δρόμο αὐτὸ πορεύθηκαν οἱ Ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ στὸ σύνολό της ἡ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς μετέπειτα αἰῶνες. Δὲν θὰ ειχε τέλος προσπάθειά μας να καταγράψουμε τὶς περιπτώσεις ἀναφορᾶς στὴν εἰρήνη ὡς πνευματικὸ ἀγαθὸ ποὺ ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο ἀποσπώντας τον ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, αὐτὰ ποὺ ἀπειλοῦν νὰ τὸν συνθλίψουν καὶ νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὸν προορισμό του.
Σὲ πλῆθος τροπαρίων, εὐχῶν, δεήσεων καὶ γενικὰ κειμένων ἐνταγμένων ἢ μὴ στὴ Λατρεία προβάλλεται ἡ εἰρήνη. Ἡ Θεία Λειτουργία ἀρχίζει μὲ σειρὰ δεήσεων «ἐν εἰρήνῃ», στὶς ὁποῖες πρώτη θέση ἔχουν ἡ «ἄνωθεν εἰρήνη» καὶ ἡ «εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου». Κατὰ τὴ διάρκειά της ὁ ἱερέας εὔχεται πολλὲς φορὲς νὰ ὑπάρχει «εἰρήνη πᾶσι» ἀλλὰ καὶ «τῷ ἀναγινώσκοντι» (τὸν Ἀπόστολο) καὶ «τῷ εὐαγγελιζομένῳ». Ποιός δὲν ἔχει προσέξει τὸν «ἄγγελον εἰρήνης», τὸν «ἔλεον εἰρήνης», τὶς ἱκεσίες «ὑπὲρ καιρῶν εἰρηνικῶν», γιὰ «ἡμέραν εἰρηνικὴν» καὶ «εἰρήνην τῷ κόσμῳ», γιὰ «εἰρηνικὰ τέλη τῆς ζωῆς», τὸν μακαρισμὸ .. «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται»
Ἐπανερχόμενοι στὰ «κοσμικὰ» δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἀνακολουθία, κυρίως ὅμως τὴν ὑποκρισία ὅσων ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶχαν (καὶ ἔχουν) τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους. Μιλοῦσαν καὶ μιλοῦν γιὰ εἰρήνη, οἱ πράξεις τους ὅμως δικαιώνουν τὸν Ἡράκλειτο: «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύει», εἶχε γράψει. Δὲν διστάζουν νὰ ἐπιτρέψουν ἢ καὶ νὰ προκαλέσουν πόλεμο. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ρήση «ἂν θέλεις εἰρήνη, πρέπει νὰ προετοιμάζεσαι γιὰ πόλεμο». Στὶς μέρες μας γίνεται λόγος γιὰ κινήματα εἰρήνης, ἀπονέμεται βραβεῖο Νόμπελ Εἰρήνης, ὁ Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἐργάζεται γιὰ τὴν εἰρήνη ἀνάμεσα σὲ κράτη καὶ λαούς. Βλέπουμε ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα – ἡ περιγραφὴ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἀπαραίτητη.
Ὄχι ὅτι οἱ εὐχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγινε λόγος ἐξασφαλίζουν τὸ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα. Θὰ μποροῦσε, μάλιστα, κάποιος κακοπροαίρετα νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι καὶ αὐτὰ (εὐχές, ἱκεσίες) εἶναι γράμμα κενό, ὡραῖα λόγια ποὺ δὲν κοστίζουν τίποτε καὶ λέγονται ἁπλῶς γιὰ δημιουργία ἐντυπώσεων. Ἴσως ἰσχύει καὶ αὐτό, ὅπως καὶ μὲ ἄλλα θέματα, κάτι ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ κατάκτηση καὶ ἡ βίωση τῆς εἰρήνης φαίνεται δύσκολη ὑπόθεση.
Ἀκόμη καὶ ἡ λεγόμενη «ρωμαϊκὴ εἰρήνη» (pax romana) όμοια και τρισχειρότερα καταστροφική ήταν ἡ (ψευδεπίγραφη) «ἀμερικανικὴ εἰρήνη» μοιάζουν μὲ φάρσα μπροστὰ στὴν ἐπιθυμία τῶν «κοινῶν θνητῶν» νὰ ζήσουν τὴ ζωή τους μακριά ἀπὸ αἱματοχυσίες καὶ τὴ δυστυχία τῶν πολέμων.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «κοσμική», ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη εἶναι (παρὰ τὶς ἔξωθεν ἐπιδράσεις) ὑπόθεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι κάποιες ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας γιὰ εἰρήνη ἀπευθύνονται σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιπες λειτουργοῦν κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια, ἀφοῦ οἱ πιστοὶ (θεωρεῖται ὅτι) ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε ἀκόμη τοὺς ἀσκητές, τοὺς μοναχούς, τοὺς κάθε λογῆς ἀναχωρητὲς τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στὰ ἡσυχαστήριά τους ἀναζητοῦν καὶ τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη- αν και οι περισσότεροι εξ’ατών υποκριτικά και αρκετά εκκοσμικευμένα Μάλλον αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία ἐκφράζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο η λιτὴ ἐπιγραφὴ ποὺ συναντᾶμε σὲ τάφους: «ἀναπαύσου ἐν εἰρήνῃ». Τέλος δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ εἰρήνη, καὶ ἡ εσωτερική, κατακτᾶτα με «πόλεμο». Ἤ, ἔστω, μὲ προσπάθεια καὶ ἀγώνα, ἰδίως ὅταν τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦμε ἀλλὰ καὶ οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς δὲν βοηθοῦν. Αν αὐτὴ ἡ μορφὴ εἰρήνης δὲν ταυτίζεται ἁπλῶς μὲ ὅ,τι δηλώνει ἡ λέξη «γαλήνη» ἀλλὰ περιβάλλεται και ἀπὸ πνευματικότητα, ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο πορεύεται μὲ αἰσιοδοξία καὶ ἀγαλλίαση, ἔχοντας μέσα του «τὴν χαρὰν πεπληρωμένην» (Ἰωάνν. 17, 13)….
Ιδιαίτερα μου έρχεται στο νού το τροπάριο, «καταβασίας των Χριστουγέννων»
« Θεός ών ειρήνης, πατήρ οικτιρμών, της μεγάλης βουλής σου τον Άγγελον , ειρήνη παρεχόμενον, απέστειλας ημίν, όθεν θεογνωσίας, προς φώς οδηγηθέντες, εκ νυκτός οθρίζοντες, δοξολογούμεν σε, Φιλάνθρωπε»
Ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση ἀπευθύνεται στοὺς Μαθητές του λέγοντας «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάνν. 14, 27) καὶ «ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε» (Ἰωάνν. 16, 33), ἐνῶ μετὰ τὴν ἀνάσταση τοὺς ἀπευθύνει τὸ χαιρετισμὸ «εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάνν. 20, 19/21/26, Λουκ. 24, 36). Στὸ δρόμο αὐτὸ πορεύθηκαν οἱ Ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ στὸ σύνολό της ἡ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς μετέπειτα αἰῶνες. Δὲν θὰ ειχε τέλος προσπάθειά μας να καταγράψουμε τὶς περιπτώσεις ἀναφορᾶς στὴν εἰρήνη ὡς πνευματικὸ ἀγαθὸ ποὺ ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο ἀποσπώντας τον ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, αὐτὰ ποὺ ἀπειλοῦν νὰ τὸν συνθλίψουν καὶ νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὸν προορισμό του.
Σὲ πλῆθος τροπαρίων, εὐχῶν, δεήσεων καὶ γενικὰ κειμένων ἐνταγμένων ἢ μὴ στὴ Λατρεία προβάλλεται ἡ εἰρήνη. Ἡ Θεία Λειτουργία ἀρχίζει μὲ σειρὰ δεήσεων «ἐν εἰρήνῃ», στὶς ὁποῖες πρώτη θέση ἔχουν ἡ «ἄνωθεν εἰρήνη» καὶ ἡ «εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου». Κατὰ τὴ διάρκειά της ὁ ἱερέας εὔχεται πολλὲς φορὲς νὰ ὑπάρχει «εἰρήνη πᾶσι» ἀλλὰ καὶ «τῷ ἀναγινώσκοντι» (τὸν Ἀπόστολο) καὶ «τῷ εὐαγγελιζομένῳ». Ποιός δὲν ἔχει προσέξει τὸν «ἄγγελον εἰρήνης», τὸν «ἔλεον εἰρήνης», τὶς ἱκεσίες «ὑπὲρ καιρῶν εἰρηνικῶν», γιὰ «ἡμέραν εἰρηνικὴν» καὶ «εἰρήνην τῷ κόσμῳ», γιὰ «εἰρηνικὰ τέλη τῆς ζωῆς», τὸν μακαρισμὸ .. «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται»
Ἐπανερχόμενοι στὰ «κοσμικὰ» δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἀνακολουθία, κυρίως ὅμως τὴν ὑποκρισία ὅσων ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶχαν (καὶ ἔχουν) τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους. Μιλοῦσαν καὶ μιλοῦν γιὰ εἰρήνη, οἱ πράξεις τους ὅμως δικαιώνουν τὸν Ἡράκλειτο: «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύει», εἶχε γράψει. Δὲν διστάζουν νὰ ἐπιτρέψουν ἢ καὶ νὰ προκαλέσουν πόλεμο. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ρήση «ἂν θέλεις εἰρήνη, πρέπει νὰ προετοιμάζεσαι γιὰ πόλεμο». Στὶς μέρες μας γίνεται λόγος γιὰ κινήματα εἰρήνης, ἀπονέμεται βραβεῖο Νόμπελ Εἰρήνης, ὁ Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἐργάζεται γιὰ τὴν εἰρήνη ἀνάμεσα σὲ κράτη καὶ λαούς. Βλέπουμε ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα – ἡ περιγραφὴ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἀπαραίτητη.
Ὄχι ὅτι οἱ εὐχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγινε λόγος ἐξασφαλίζουν τὸ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα. Θὰ μποροῦσε, μάλιστα, κάποιος κακοπροαίρετα νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι καὶ αὐτὰ (εὐχές, ἱκεσίες) εἶναι γράμμα κενό, ὡραῖα λόγια ποὺ δὲν κοστίζουν τίποτε καὶ λέγονται ἁπλῶς γιὰ δημιουργία ἐντυπώσεων. Ἴσως ἰσχύει καὶ αὐτό, ὅπως καὶ μὲ ἄλλα θέματα, κάτι ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ κατάκτηση καὶ ἡ βίωση τῆς εἰρήνης φαίνεται δύσκολη ὑπόθεση.
Ἀκόμη καὶ ἡ λεγόμενη «ρωμαϊκὴ εἰρήνη» (pax romana) όμοια και τρισχειρότερα καταστροφική ήταν ἡ (ψευδεπίγραφη) «ἀμερικανικὴ εἰρήνη» μοιάζουν μὲ φάρσα μπροστὰ στὴν ἐπιθυμία τῶν «κοινῶν θνητῶν» νὰ ζήσουν τὴ ζωή τους μακριά ἀπὸ αἱματοχυσίες καὶ τὴ δυστυχία τῶν πολέμων.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «κοσμική», ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη εἶναι (παρὰ τὶς ἔξωθεν ἐπιδράσεις) ὑπόθεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι κάποιες ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας γιὰ εἰρήνη ἀπευθύνονται σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιπες λειτουργοῦν κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια, ἀφοῦ οἱ πιστοὶ (θεωρεῖται ὅτι) ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε ἀκόμη τοὺς ἀσκητές, τοὺς μοναχούς, τοὺς κάθε λογῆς ἀναχωρητὲς τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στὰ ἡσυχαστήριά τους ἀναζητοῦν καὶ τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη- αν και οι περισσότεροι εξ’ατών υποκριτικά και αρκετά εκκοσμικευμένα Μάλλον αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία ἐκφράζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο η λιτὴ ἐπιγραφὴ ποὺ συναντᾶμε σὲ τάφους: «ἀναπαύσου ἐν εἰρήνῃ». Τέλος δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ εἰρήνη, καὶ ἡ εσωτερική, κατακτᾶτα με «πόλεμο». Ἤ, ἔστω, μὲ προσπάθεια καὶ ἀγώνα, ἰδίως ὅταν τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦμε ἀλλὰ καὶ οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς δὲν βοηθοῦν. Αν αὐτὴ ἡ μορφὴ εἰρήνης δὲν ταυτίζεται ἁπλῶς μὲ ὅ,τι δηλώνει ἡ λέξη «γαλήνη» ἀλλὰ περιβάλλεται και ἀπὸ πνευματικότητα, ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο πορεύεται μὲ αἰσιοδοξία καὶ ἀγαλλίαση, ἔχοντας μέσα του «τὴν χαρὰν πεπληρωμένην» (Ἰωάνν. 17, 13)….
Καλή Ανάσταση

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου