Πάνω από 80 χρόνια έχουν περάσει από τον φοβερό εκείνο Μάιο του 1941, όταν οι Γερµανοί επιχείρησαν από αέρος να καταλάβουν την Κρήτη. Η Μάχη της Κρήτης πέρασε στην ιστορία ως µία από τις πιο τροµερές που διεξήχθησαν ποτέ και για το γεγονός ότι οι κάτοικοι του νησιού αντιστάθηκαν στους Γερµανούς στρατιώτες µε όποιο µέσο µπορούσαν.
Η Κρήτη καταλήφθηκε! Η αντίσταση ξεκίνησε! Οι Γερµανοί κατακτητές συνέχισαν τις θηριωδίες τους καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής, πολλές φορές ισοπεδώνοντας, λεηλατώντας και καίγοντας ολόκληρα χωριά, αλλά και εκτελώντας τους κατοίκους τους!
Στις 29 Σεπτεµβρίου του 1943 ήταν η… σειρά των Τριών Χωριών του Ανατολικού Σελίνου, Κουστογέρακο, Λειβαδάς και Μονής, που ήταν κέντρα Αντίστασης.
Ο 93χρονος δρ Θεολογίας Αλέξανδρος Παπαδερός, που ως µικρό παιδί έζησε τα γεγονότα, µας έστειλε και δηµοσιεύουµε σήµερα δύο σκίτσα που φιλοτέχνησε ο γνωστός Χανιώτης εικονογράφος, γελοιογράφος Σπύρος Ορνεράκης, όπου αποτυπώνεται ένα περιστατικό µε πρωταγωνιστή τον δεκάχρονο τότε Αλέξανδρο, που συνέβη όταν οι Γερµανοί µάζεψαν τα γυναικόπαιδα του Λειβαδά, και κατόπιν τα οδήγησαν στις φυλακές της Αγιάς!
Μαζί µε τα σκίτσα παραθέτουµε και ένα κείµενο του κ. Παπαδερού, το οποίο αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε.
Το παρακάτω κείµενο µε τίτλο: “Ανεξίτηλες στιγµές από το Ολοκαύτωµα του Λειβαδά Σέλινου” είχε δηµοσιευθεί στα “Χ.ν.” τον Σεπτέµβριο του 2022, και περιγράφει τα γεγονότα, µία καταγραφή της τοπικής ιστορίας µας που οφείλουµε να γνωρίζουµε, να σεβόµαστε αλλά και να µαθαίνουµε, κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει…
«29 Σεπτεµβρίου 1943.
Η αναµενόµενη µαύρη µέρα των Τριών Χωριών του Ανατολικού Σελίνου Κρήτης, Κουστογεράκου, Λειβαδά και Μονής, είχε φτάσει.
Πριν καλοφέξει, η συνήθως αγραυλούσα µητέρα µου Μαρία µε ξύπνησε και µε έστειλε προς τον Βιτσιλόκουµο, για να κουτελώσω τα πρόβατά µας πριν µπούνε στην απαγορευµένη ζώνη που είχε ορίσει ο Γερµανικός Σταθµός της Σούγιας και τα χάσουµε. Έφθασα γρήγορα στην Πριναρέ, στη βρύση, από όπου είχα ευρύ οπτικό πεδίο. Πρόβατα δεν έβλεπα. Είδα όµως τους πρώτους Γερµανούς που πρόβαλαν ερχόµενοι από τη Σούγια. Κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα.
Έτρεξα πίσω στις γειτονιές του Λειβαδά φωνάζοντας δυνατά: «Οι τράγοι στους
κήπους».
Ήταν το µυστικό σύνθηµα που είχαµε συµφωνήσει για µια τέτοια περίπτωση. Έφτασα στη βορεινή γειτονιά του χωριού και γύρισα πίσω φωνάζοντας. Στη βρύση, περίπου στη µέση του χωριού, ήπια νερό και χωρίς καθυστέρηση κατέβηκα στην εκκλησία του χωριού µας, στους Αγίους Πάντες, και άρχισα να χτυπώ µε το σείστρο στη µεγάλη καµπάνα που κρεµόταν στη γέρικη ελιά, εκεί που είναι σήµερα οι τάφοι.
Το κτύπηµα γινόταν συνθηµατικά επίσης, όπως είχαµε συµφωνήσει οι κάτοικοι του χωριού µας. Έτσι οι άντρες άρπαξαν τα άρµατά τους και ανέβηκαν στο βουνό. Μόνο δύο γέροντες που δεν έφυγαν, εκτελέσθηκαν την ηµέρα εκείνη: Ο Γιάννης Σειραδάκης και ο πρεσβύτερος αδελφός του πατέρα µου Γιάννης Παπαδερός.
Την ηµέρα εκείνη απουσίαζαν ευτυχώς από την οικογένειά µας ο πατέρας µας Κωνσταντίνος (Κωστάκης), που είχε πάει στο Κακοδίκι, το χωριό καταγωγής της µητέρας µου, προκειµένου ο συγγενής µας Νικόλας Γεωργιακάκης (Γιωργιακονικολής), ξακουστός τσαγκάρης, να του πάρει µέτρα για να του ετοιµάσει καινούρια στιβάνια. Η πρώτη στην ηλικία αδελφή µου Ελένη ήταν στον Αζωγυρέ, παντρεµένη µε τον Ευτύχη Παπαδογιαννάκη, που είχε επιστρέψει από την Αλβανία µε βαριά κρυοπαγήµατα. Η δεύτερη στη σειρά γέννησης αδελφή µας Αφροδίτη και ο
τέταρτος στη σειρά αδελφός µας ∆ηµήτρης είχαν φύγει, πριν ξηµερώσει, για το χωριό Αργαστήρι. Η Αφροδίτη, περιζήτητη µοδίστρα, πήγε και ετοίµασε τα νυφικά ρούχα της κόρης µιάς από τις αδελφές του πατέρα µας, που είχε παντρευτεί στο χωριό αυτό (οικογένεια Ψαράκη). Στον Λειβαδά είχαµε µείνει µόνον η µητέρα µας, η τρίτη στη σειρά αδελφή µας Γιαννούλα, εγώ, πέµπτος, και ο νεότερός µου Ευτύχιος, αργότερα Πρωτοπρεσβύτερος στην Ενορία 40 Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, στην οποία Ενορία άφησε τον µεγάλο και περικαλλή ναό Κοιµήσεως της Θεοτόκου. Τον αδελφό µου αυτόν µας τον στέρησε η ανθρωποκτόνος πανδηµία στις 22 Οκτωβρίου 2021 και έτσι από τα 6 αδέλφια της οικογένειας αναπνέω µόνον εγώ ακόµη, µε τη Χάρη του Θεού, και όταν, σπάνια, έχω λίγο χρόνο, συνεχίζω να συµπληρώνω αναµνήσεις για το µέλλον.
Την προηγούµενη µέρα είχε τραυµατισθεί στα Καµάρια, χωριό απέναντι από το δικό µας, ο Στυλιανός Ελληνάκης, βασικό στέλεχος της Αντίστασης.
Την ηµέρα εκείνη λοιπόν της 29ης Σεπτεµβρίου 1943, λίαν πρωί, οι περισσότερες µητέρες της γειτονιάς µας και µερικές από τις άλλες γειτονιές, είχαν φύγει για να επισκεφθούν τον τραυµατία.
Η Κρήτη καταλήφθηκε! Η αντίσταση ξεκίνησε! Οι Γερµανοί κατακτητές συνέχισαν τις θηριωδίες τους καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής, πολλές φορές ισοπεδώνοντας, λεηλατώντας και καίγοντας ολόκληρα χωριά, αλλά και εκτελώντας τους κατοίκους τους!
Στις 29 Σεπτεµβρίου του 1943 ήταν η… σειρά των Τριών Χωριών του Ανατολικού Σελίνου, Κουστογέρακο, Λειβαδάς και Μονής, που ήταν κέντρα Αντίστασης.
Ο 93χρονος δρ Θεολογίας Αλέξανδρος Παπαδερός, που ως µικρό παιδί έζησε τα γεγονότα, µας έστειλε και δηµοσιεύουµε σήµερα δύο σκίτσα που φιλοτέχνησε ο γνωστός Χανιώτης εικονογράφος, γελοιογράφος Σπύρος Ορνεράκης, όπου αποτυπώνεται ένα περιστατικό µε πρωταγωνιστή τον δεκάχρονο τότε Αλέξανδρο, που συνέβη όταν οι Γερµανοί µάζεψαν τα γυναικόπαιδα του Λειβαδά, και κατόπιν τα οδήγησαν στις φυλακές της Αγιάς!
Μαζί µε τα σκίτσα παραθέτουµε και ένα κείµενο του κ. Παπαδερού, το οποίο αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε.
Το παρακάτω κείµενο µε τίτλο: “Ανεξίτηλες στιγµές από το Ολοκαύτωµα του Λειβαδά Σέλινου” είχε δηµοσιευθεί στα “Χ.ν.” τον Σεπτέµβριο του 2022, και περιγράφει τα γεγονότα, µία καταγραφή της τοπικής ιστορίας µας που οφείλουµε να γνωρίζουµε, να σεβόµαστε αλλά και να µαθαίνουµε, κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει…
«29 Σεπτεµβρίου 1943.
Η αναµενόµενη µαύρη µέρα των Τριών Χωριών του Ανατολικού Σελίνου Κρήτης, Κουστογεράκου, Λειβαδά και Μονής, είχε φτάσει.
Πριν καλοφέξει, η συνήθως αγραυλούσα µητέρα µου Μαρία µε ξύπνησε και µε έστειλε προς τον Βιτσιλόκουµο, για να κουτελώσω τα πρόβατά µας πριν µπούνε στην απαγορευµένη ζώνη που είχε ορίσει ο Γερµανικός Σταθµός της Σούγιας και τα χάσουµε. Έφθασα γρήγορα στην Πριναρέ, στη βρύση, από όπου είχα ευρύ οπτικό πεδίο. Πρόβατα δεν έβλεπα. Είδα όµως τους πρώτους Γερµανούς που πρόβαλαν ερχόµενοι από τη Σούγια. Κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα.
Έτρεξα πίσω στις γειτονιές του Λειβαδά φωνάζοντας δυνατά: «Οι τράγοι στους
κήπους».
Ήταν το µυστικό σύνθηµα που είχαµε συµφωνήσει για µια τέτοια περίπτωση. Έφτασα στη βορεινή γειτονιά του χωριού και γύρισα πίσω φωνάζοντας. Στη βρύση, περίπου στη µέση του χωριού, ήπια νερό και χωρίς καθυστέρηση κατέβηκα στην εκκλησία του χωριού µας, στους Αγίους Πάντες, και άρχισα να χτυπώ µε το σείστρο στη µεγάλη καµπάνα που κρεµόταν στη γέρικη ελιά, εκεί που είναι σήµερα οι τάφοι.
Το κτύπηµα γινόταν συνθηµατικά επίσης, όπως είχαµε συµφωνήσει οι κάτοικοι του χωριού µας. Έτσι οι άντρες άρπαξαν τα άρµατά τους και ανέβηκαν στο βουνό. Μόνο δύο γέροντες που δεν έφυγαν, εκτελέσθηκαν την ηµέρα εκείνη: Ο Γιάννης Σειραδάκης και ο πρεσβύτερος αδελφός του πατέρα µου Γιάννης Παπαδερός.
Την ηµέρα εκείνη απουσίαζαν ευτυχώς από την οικογένειά µας ο πατέρας µας Κωνσταντίνος (Κωστάκης), που είχε πάει στο Κακοδίκι, το χωριό καταγωγής της µητέρας µου, προκειµένου ο συγγενής µας Νικόλας Γεωργιακάκης (Γιωργιακονικολής), ξακουστός τσαγκάρης, να του πάρει µέτρα για να του ετοιµάσει καινούρια στιβάνια. Η πρώτη στην ηλικία αδελφή µου Ελένη ήταν στον Αζωγυρέ, παντρεµένη µε τον Ευτύχη Παπαδογιαννάκη, που είχε επιστρέψει από την Αλβανία µε βαριά κρυοπαγήµατα. Η δεύτερη στη σειρά γέννησης αδελφή µας Αφροδίτη και ο
τέταρτος στη σειρά αδελφός µας ∆ηµήτρης είχαν φύγει, πριν ξηµερώσει, για το χωριό Αργαστήρι. Η Αφροδίτη, περιζήτητη µοδίστρα, πήγε και ετοίµασε τα νυφικά ρούχα της κόρης µιάς από τις αδελφές του πατέρα µας, που είχε παντρευτεί στο χωριό αυτό (οικογένεια Ψαράκη). Στον Λειβαδά είχαµε µείνει µόνον η µητέρα µας, η τρίτη στη σειρά αδελφή µας Γιαννούλα, εγώ, πέµπτος, και ο νεότερός µου Ευτύχιος, αργότερα Πρωτοπρεσβύτερος στην Ενορία 40 Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, στην οποία Ενορία άφησε τον µεγάλο και περικαλλή ναό Κοιµήσεως της Θεοτόκου. Τον αδελφό µου αυτόν µας τον στέρησε η ανθρωποκτόνος πανδηµία στις 22 Οκτωβρίου 2021 και έτσι από τα 6 αδέλφια της οικογένειας αναπνέω µόνον εγώ ακόµη, µε τη Χάρη του Θεού, και όταν, σπάνια, έχω λίγο χρόνο, συνεχίζω να συµπληρώνω αναµνήσεις για το µέλλον.
Την προηγούµενη µέρα είχε τραυµατισθεί στα Καµάρια, χωριό απέναντι από το δικό µας, ο Στυλιανός Ελληνάκης, βασικό στέλεχος της Αντίστασης.
Την ηµέρα εκείνη λοιπόν της 29ης Σεπτεµβρίου 1943, λίαν πρωί, οι περισσότερες µητέρες της γειτονιάς µας και µερικές από τις άλλες γειτονιές, είχαν φύγει για να επισκεφθούν τον τραυµατία.
Νωρίς το πρωί τα παιδιά της γειτονιάς µας είχαµε συγκεντρωθεί στη µικρή πλατεία,τον “Λάκκο”, δίπλα στο σπίτι µας, όταν εµφανίσθηκαν τα πρώτα αεροπλάνα.
Πετούσαν κατά µήκος του ποταµού µε κατεύθυνση προς τη Σούγια, σε ύψος χαµηλότερα από µας. Επιστρέφοντας προς βορρά, σε µεγαλύτερο ύψος τώρα, πολυβολούσαν το χωριό και άφηναν τις βόµβες. Είχα εισέλθει τότε στο δέκατο έτος της ηλικίας µου -µεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά. Ζήτησα λοιπόν και τρέξαµε κάτω από το άνοιγµα µεγάλου βράχου, από όπου παρακολουθούσαµε τους βοµβαρδισµούς.
Την ίδια στιγµή η µητέρα µου, έχοντας στην αγκαλιά της τον Ευτύχιο και σέρνοντας τη Γιαννούλα, έτρεχαν προς τα κάτω, κόντρα στον τρόµο των αεροπλάνων και των «δώρων» που έριχναν στο χωριό. Μου φώναξε η µητέρα να τους ακολουθήσω.
Απάντησα: Όχι! Βλέπω (δηλαδή προστατεύω) τα κοπέλια.
Τα αεροπλάνα έφυγαν, αφού έριξαν τις βόµβες τους, όχι όµως πάνω στα σπίτια του χωριού. Όχι ασφαλώς εξ αιτίας αστοχίας. Το γιατί το µάθαµε όταν, µόλις πρόσφατα,
ανακαλύψαµε τη ∆ιαταγή του Student, όπου όριζε να καταστρέφονται τα σπίτια, αφού
λεηλατηθούν από τους στρατιώτες!
O στρατός εισόρµησε λοιπόν, άρπαξε ό,τι πολύτιµο βρήκε και οδήγησε στον Λάκκο γυναίκες και παιδιά. Εκεί ο αξιωµατικός, µε κίνηση των χεριών του προς τα πάνω, έδειξε να κάνουµε και εµείς το ίδιο, δηλώνοντας έτσι ότι παραδιδόµαστε. Έτυχε να στέκω µπροστά του. Ξυπόλυτος, µόνο µε ένα βρακάκι. Με την αντάρτικη αυτοσυνειδησία που είχα αποκτήσει από την αναστροφή µε τους αντάρτες των χωριών µας και ειδικότερα µε την οµάδα του Σ.Σ. Παπαδερού, τον κοίταξα στα µάτια και τέντωσα επιδεικτικά τα χέρια µου προς τα κάτω. Με άρπαξε από την κοιλιά και µε πέταξε προς τα πίσω, πάνω από τα κεφάλια των άλλων. Έπεσα σε ένα βράχο, µε χτύπηµα στην πλάτη, χαµηλά στη µέση. Σηκώθηκα, επέστρεψα στη θέση που ήµουν, στάθηκα µια στιγµή µπροστά στον αξιωµατικό και όλως ανοήτως πρέπει να
οµολογήσω, το έβαλα στα πόδια προς τα κάτω. Με συνόδευσαν σφαίρες από ταχυβόλα στρατιωτών, που προφανώς δεν θέλησαν να µε σκοτώσουν, όπως θα µπορούσαν µε µια µόνο ριπή. Έφθασα στην άκρη µιας πεζούλας. Με το επόµενο βήµα θα έπεφτα στον γκρεµό πάνω από την Καινούρια Βρύση. Σταµάτησα, σταµάτησαν και οι βολές.
Τα γυναικόπαιδα του Λειβαδά οδηγηθήκαµε τότε σε µια πορεία τρόµου και απειλής θανάτου. Φθάσαµε στην Πριναρέ, νότια του χωριού, όπου µείναµε φρουρούµενοι οληµερίς στη σκιά ελαιοδέντρων. ∆ίπλα έτρεχε η βρύση, νερό δεν άφησαν να πιούµε.
Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του όταν διαταχθήκαµε να φύγουµε από εκείνο το µέρος.
Φθάνοντας στο χωριό είδαµε φλόγες και καπνούς στα κατεστραµµένα σπίτια µας.
Φτάσαµε στη βρύση.
Η πείνα και η δίψα µας ήταν αβάσταχτες. Όµως ούτε εκεί δεν µας επέτρεψαν να πιούµε νερό! Μια παραµυθία είχαµε όταν είδαµε ότι δεν είχαν καταστρέψει τον κεντρικό ναό του χωριού, αφιερωµένο στους Αγίους Πάντες και στον Ευαγγελισµό της Θεοτόκου. Εκεί είναι και το νεκροταφείο του χωριού µας. Η πορεία µας συνεχίσθηκε µέχρι τα Αντωνιανά, την κεντρική γειτονιά του Λειβαδά. Μας οδήγησαν στο «Τηλέφωνο». Ένα αρκετά ευρύ δωµάτιο µε υπόγειο και ισόγειο. Το όνοµά του οφείλεται στο ότι εκεί ήταν το µοναδικό τηλέφωνο του χωριού µας. Οι Γερµανοί το είχαν διατηρήσει για τη διανυκτέρευσή µας και το κατέστρεψαν ύστερα.
Εδώ συνέβησαν άξια µνήµης γεγονότα, όπως, ενδεικτικά µόνο:
α) Τα χαρούπια
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού Κωστής Σειραδάκης είχε εκεί τα χαρούπια που είχε µαζέψει αυτό τον µήνα. Η περιοχή µας είναι κατάλληλη για χαρουπιές, που δίδουν εξαίρετη ποιότητα καρπού.
Όπως λοιπόν είχαµε µείνει οληµερίς χωρίς τροφή, θεωρήσαµε τα χαρούπια ως Μάννα εξ ουρανού. Πολύ σύντοµα όµως αντιληφθήκαµε τις συνέπειες της λαιµαργίας µας.
∆ιότι τα χαρούπια ήταν αφ’ ενός άπλυτα και αφ’ ετέρου και κυρίως πλούσια σε ένα είδος ζάχαρης ή µελιού, που έκαµε τη δίψα µας ακόµη πιο ανυπόφορη.
β) Ένα τόλµηµα που τιµωρήθηκε
Ξαπλώσαµε για ύπνο στο πάτωµα του σπιτιού. Η δίψα έδιωχνε τον ύπνο µου. Είχα ξαπλώσει κοντά στο ανοιχτό παράθυρο. Ίσως αυτό να ανακάλεσε στη µνήµη µου κάτι που είχα διαβάσει σε βιβλίο του ∆ηµοτικού Σχολείου µας. Κατά τον ελληνοβουλγαρικό πόλεµο µια µικρή οµάδα Ελλήνων είχε συλληφθεί από Βουλγάρους, οι οποίοι τους έκλεισαν σε έναν πύργο, όπου υπήρχε ανοιχτό παράθυρο, πολύ ψηλά από το έδαφος. Εκείνοι µετέτρεψαν ένα σεντόνι σε σχοινί και κατάφεραν να διαφύγουν τη νύχτα. Βάλθηκα λοιπόν να τους µιµηθώ! Είχαµε σκεπαστεί ένα µεγάλο ρούχο.
Σκέφθηκα να κάµω το ίδιο. Να κρεµαστώ από το παράθυρο, να πάω στη βρύση, να ξεδιψάσω και αν εύρισκα κάποιο δοχείο, να το γεµίσω, να επιστρέψω στο Τηλέφωνο, να σκαρφαλώσω µε το «σχοινί», να ανέβω έχοντας µαζί µου και το δοχείο, να ξυπνήσω τα φυλακισµένα γυναικόπαιδα να πιούν µια σταλιά νερό ο καθένας. Ήταν περίπου µεσάνυχτα όταν µε τις κινήσεις µου να µετατρέψω το ρούχο σε σχοινί, ξύπνησα τη Θεοφάνενα, σύζυγο του πρωτεξαδέλφου µου Θεοφάνη Παπαδερού, έγκλειστου τότε σε γερµανικό Στρατόπεδο Συγκέντρωσης, όπου υπήρξε αργότερα θύµα του µεγάλου εγκληµατία Mögele στο Hartheim της Αυστρίας. Όταν της ψιθύρισα το σχέδιό µου, άρπαξε το αυτί µου µε τέτοια δύναµη, που ένοιωσα πως το είχε ξεριζώσει! Το σχέδιο µαταιώθηκε φυσικά!
γ) Η πορεία προς τα δεσµά και τον θάνατο
Το πρωί της 30ής Σεπτεµβρίου ξεκίνησε µε καινούρια δεινά, που προστέθηκαν στη βασανιστική νύχτα, στην αβάστακτη πείνα και δίψα και στην αγωνία για τα ερχόµενα.
Μια παρατήρηση προκάλεσε ταραχή και αµηχανία µεγάλη. Από την κλειδαρότρυπα της κλειδωµένης πόρτας δεν βλέπαµε Γερµανούς φρουρούς, όπως τους βλέπαµε την προηγούµενη µέρα. Πάνω από την περιοχή τριγύριζαν αεροπλάνα µε εκκωφαντικό θόρυβο. Συµπέρασµά µας: Θα βοµβαρδίσουν το σπίτι και θα µας σκοτώσουν ούλους!
∆υό-τρία από τα µεγαλύτερα αγόρια ανοίξαµε τη λεµπάρτα, κατεβήκαµε στο υπόγειο, διαπιστώσαµε πως ήταν ανοιχτή η πόρτα, Γερµανούς δεν είδαµε. Με την κραυγή µας κατεβείτε γλήγορα, άρχισαν να κατεβαίνουν, µε πρώτα τα παιδιά. ∆υστυχώς οι Γερµανοί εµφανίσθηκαν. Και άρχισαν να πυροβολούν στο ψαχνό! Πρώτο θύµα η Αµαλία Τσουρή, 14 χρόνων. Κάµποσοι τραυµατίσθηκαν. Βαρύτερα πάντων η Μαίρη, 16 χρόνων, κόρη του Αξιωµατικού Χαράλαµπου Σειραδάκη, Λειβαδιανού, ο οποίος είχε το κουµάντο της αντίστασης στην περιοχή της Καντάνου κατά την Μάχη της Κρήτης.
Η σφαίρα πέρασε µέσα από τα στήθη της Μαίρης. Με ό,τι βρέθηκε στο Τηλέφωνο δόθηκε πρόχειρη βοήθεια στους τραυµατίες. Ακολούθησε εντολή να εξέλθουµε. Και άρχισε η πορεία προς τη Σούγια. Πρώτη στάση στη βρύση. Μερικοί πρόφτασαν να πιούν λίγο νερό.
δ) Η εκτέλεση της Μαίρης
Μεσολάβησε όµως ένα τραγικό επεισόδιο. Στη βρύση βρέθηκε ένας γάιδαρος µε σαµάρι. Ένας στρατιώτης τον τράβηξε προς το µέρος που µε µεγάλη δυσκολία και υποβασταζόµενη στεκόταν η Μαίρη. Μας έκαµε νόηµα, τη βοηθήσαµε και κάθισε στον γάιδαρο. Ένας άλλος όµως (φαίνεται πως ήταν ο αρχηγός της οµάδας) την άρπαξε µε βία και την έριξε χάµω. Άρχισε ένας άγριος καυγάς µεταξύ των δύο στρατιωτικών, ενώ βοηθήθηκε η Μαίρη να σταθεί όρθια. Τη στιγµή εκείνη την κρατούσαµε η αδελφή της από το δεξί χέρι και εγώ από το αριστερό. Και συνέβη αυτό που έχει εγγραφεί ανεξίτηλα στη µνήµη µου και επανέρχεται ακόµη ως µια διά βίου τραυµατική εµπειρία. Ο εξαγριωµένος στρατιωτικός πλησίασε τη Μαίρη, τοποθέτησε το πιστόλι του κάτω από το σαγόνι της και πυροβόλησε! Άρπαξε ύστερα το νεκρό
κορµί της, το πέταξε στην άκρη της πλατείας και διέταξε συνέχιση της πορείας. Μόλις που πρόφθασα να ρίξω λίγο νερό στο κορµί µου µε τα αίµατα της Μαίρης. Όµως κανένα νερό έκτοτε και µέχρι σήµερα δεν κατάφερε να αποµακρύνει από τη µνήµη µου την αίσθηση της αιµατοπληξίας και το βίωµα της θηριώδους βαρβαρότητας.
Χρόνια αργότερα απεβίωσε η µητέρα µου Μαρία. ∆εν µπορούσε να ανοίξει τότε ο οικογενειακός τάφος. Και φιλοξενήθηκε στον πρόχειρο τάφο, όπου είχε εναποτεθεί η Μαίρη, άγνωστο από ποιόν και πότε. Αργότερα έγινε µετακοµιδή των οστών της Μαίρης στον δικό της τάφο και της µητέρας στον οικογενειακό. Αιωνία η µνήµη αυτών!
Απορία: Εφαρµόσθηκε στον Λειβαδά το πρόγραµµα Τ4 του Χίτλερ; Πρόκειται για το πρόγραµµα εκείνο, την έναρξη εφαρµογής του οποίου διέταξε ο Χίτλερ την 1η Σεπτεµβρίου 1939. Το φρικτό πρόγραµµα που εφαρµόσθηκε σε παιδιά και ενήλικες της Γερµανίας, που επειδή έπασχαν από σοβαρές ασθένειες ή αναπηρίες, χαρακτηρίζονταν ως «αντιπαραγωγικά µέλη της εθνικής κοινότητας» και οδηγούνταν σε ειδικό ίδρυµα, όπου ακολουθούσε δολοφονία και αποτέφρωση.
Αναφέρεται ότι µέχρι το καλοκαίρι του 1941 είχαν εξοντωθεί περίπου 70.000 άνθρωποι. Το πρόγραµµα εφαρµόσθηκε και σε κατεχόµενες χώρες. ∆εν γνωρίζω αν είχαν οι στρατιωτικοί εντολή εφαρµογής οπουδήποτε αυτού του προγράµµατος.
Σίγουρο όµως είναι ότι γνώριζαν το πνεύµα του προγράµµατος αυτού, που εφάρµοσε στον Λειβαδά ο φονιάς της Μαίρης. Ίσως µάλιστα να ήταν αυτός που την είχε τραυµατίσει εκείνο το πρωί.
ε) Πορεία προς τη Σούγια
Από τη βρύση, άγνωστο γιατί, δεν οδηγηθήκαµε στον παραδοσιακό δρόµο προς τη Σούγια, αλλά προς βορά. Έτσι περάσαµε δίπλα από τον ναό, αλλά δεν επέτρεψαν να µπούµε µέσα, να προσκυνήσουµε και να ανάψουµε ένα κερί για τη Μαίρη και τους άλλους σκοτωµένους. Φθάσαµε κάτω, στην καµάρα του Αγερηνιώτη ποταµού. Εκεί που συναντάται µε τον Καµπανιώτη ποταµό. Κάναµε το σταυρό µας κοιτάζοντας προς την Παναγία την Κερά και το θαυµαστό καµπαναριό. Ακολουθώντας τον χωρίς νερό ποταµό φθάσαµε στη Σούγια. Όχι όλοι. 2-3 γυναίκες τόλµησαν να κρυφτούν σε µεγάλους θάµνους και διέφυγαν.
Στη Σούγια διανυκτερεύσαµε στην αυλή του Γερµανικού Σταθµού (οικία Παπαδερού), που ήταν ασφαλισµένος µε συρµατοπλέγµατα. Άνθρωποι της Σούγιας είχαν ετοιµάσει δείπνο µε κρέας βραστό. Για ύπνο ξαπλώσαµε στην αµµώδη αυλή.
στ) Η πορεία προς τα δεσµά
Την εποµένη, 1η Οκτωβρίου, µας µετέφεραν µε καΐκι στην Παλιόχωρα και από εκεί µε τρία φορτηγά στρατιωτικά αυτοκίνητα στη Φυλακή της Αγιάς.
Να αναφέρω ένα προσωπικό δίληµµα:
Είχε βραδιάσει όταν τα αυτοκίνητά µας σταµάτησαν στην πλατεία ενός χωριού.
∆υστυχώς δεν έµαθα το όνοµά του. Πάντως ήταν κάπου κοντά στην Αγιά. Έβλεπα πρώτη φορά λάµπες ηλεκτρισµού. Οι δυο στρατιώτες που κάθονταν στην πίσω άκρα του αυτοκινήτου µε τα όπλα στα χέρια, κατέβηκαν και αποµακρύνθηκαν προς τους ανθρώπους του χωριού, που είχαν προφανώς πληροφορηθεί για την αναµενόµενη διέλευσή µας και ήθελαν να µας συµπαρασταθούν. Εγώ σε όλη τη διάρκεια της πορείας στεκόµουν όρθιος στην µπροστινή µεριά της καρότσας.
Όταν φτάσαµε στο χωριό αυτό είχα µεγάλη ανάγκη να κάµω τα τσίσια µου.
Αποφάσισα λοιπόν να κρεµαστώ από την αριστερή πλευρά του οχήµατος και να τρέξω σε ένα κοντινό σκοτεινό σηµείο. Εκεί αντιµετώπισα µεγάλο δίληµµα. Πρώτη ιδέα ήταν να τρέξω προς πιο σκοτεινό τόπο, να κρυφτώ, να σωθώ. Ταυτόχρονα το ερώτηµα: Οι Γερµανοί, που µας είχαν µετρήσει, θα µε αναζητούσαν. Και ποιος ξέρει σε ποιο κίνδυνο θα έβαζα τους ανθρώπους µας, αλλά και εκείνους του χωριού. Νίκησε αυτό το ερώτηµα. Έτρεξα πίσω στο αυτοκίνητο και σκαρφάλωσα τη στιγµή που ξεκινούσε.
Οι άνθρωποι του χωριού έφεραν σε κάθε αυτοκίνητο ένα σακί κρεµµύδια.
Πεινασµένοι και διψασµένοι όπως ήµασταν αρχίσαµε να τρώµε τα κρεµµύδια. Λάθος µεγάλο! Ήταν νύχτα όταν φθάσαµε στη Φυλακή της Αγιάς και οδηγηθήκαµε σε ένα κελί, µε το στόµα και την κοιλιά µας να δοκιµάζονται από τους κρεµµυδόπονους και την καρδιά µας να συνθλίβεται από το απειλητικό άγνωστο. Το µόνο «έπιπλο» στο κελί ήταν ένα κοµµένο κάτω από τη µέση σιδεροβάρελο για τις σωµατικές µας ανάγκες. Κανένα κάθισµα. Ο ύπνος στο πάτωµα. Μεσηµέρι και αργά το απόγευµα έξω από το Κελλί διανοµή της τροφής. Έτσι άρχισε σε αυτό το φρικτό κολαστήριο της Κρήτης τον καιρό της κατοχής το µαρτύριό µας, το βράδυ της 1ης Οκτωβρίου του 1943.
Πετούσαν κατά µήκος του ποταµού µε κατεύθυνση προς τη Σούγια, σε ύψος χαµηλότερα από µας. Επιστρέφοντας προς βορρά, σε µεγαλύτερο ύψος τώρα, πολυβολούσαν το χωριό και άφηναν τις βόµβες. Είχα εισέλθει τότε στο δέκατο έτος της ηλικίας µου -µεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά. Ζήτησα λοιπόν και τρέξαµε κάτω από το άνοιγµα µεγάλου βράχου, από όπου παρακολουθούσαµε τους βοµβαρδισµούς.
Την ίδια στιγµή η µητέρα µου, έχοντας στην αγκαλιά της τον Ευτύχιο και σέρνοντας τη Γιαννούλα, έτρεχαν προς τα κάτω, κόντρα στον τρόµο των αεροπλάνων και των «δώρων» που έριχναν στο χωριό. Μου φώναξε η µητέρα να τους ακολουθήσω.
Απάντησα: Όχι! Βλέπω (δηλαδή προστατεύω) τα κοπέλια.
Τα αεροπλάνα έφυγαν, αφού έριξαν τις βόµβες τους, όχι όµως πάνω στα σπίτια του χωριού. Όχι ασφαλώς εξ αιτίας αστοχίας. Το γιατί το µάθαµε όταν, µόλις πρόσφατα,
ανακαλύψαµε τη ∆ιαταγή του Student, όπου όριζε να καταστρέφονται τα σπίτια, αφού
λεηλατηθούν από τους στρατιώτες!
O στρατός εισόρµησε λοιπόν, άρπαξε ό,τι πολύτιµο βρήκε και οδήγησε στον Λάκκο γυναίκες και παιδιά. Εκεί ο αξιωµατικός, µε κίνηση των χεριών του προς τα πάνω, έδειξε να κάνουµε και εµείς το ίδιο, δηλώνοντας έτσι ότι παραδιδόµαστε. Έτυχε να στέκω µπροστά του. Ξυπόλυτος, µόνο µε ένα βρακάκι. Με την αντάρτικη αυτοσυνειδησία που είχα αποκτήσει από την αναστροφή µε τους αντάρτες των χωριών µας και ειδικότερα µε την οµάδα του Σ.Σ. Παπαδερού, τον κοίταξα στα µάτια και τέντωσα επιδεικτικά τα χέρια µου προς τα κάτω. Με άρπαξε από την κοιλιά και µε πέταξε προς τα πίσω, πάνω από τα κεφάλια των άλλων. Έπεσα σε ένα βράχο, µε χτύπηµα στην πλάτη, χαµηλά στη µέση. Σηκώθηκα, επέστρεψα στη θέση που ήµουν, στάθηκα µια στιγµή µπροστά στον αξιωµατικό και όλως ανοήτως πρέπει να
οµολογήσω, το έβαλα στα πόδια προς τα κάτω. Με συνόδευσαν σφαίρες από ταχυβόλα στρατιωτών, που προφανώς δεν θέλησαν να µε σκοτώσουν, όπως θα µπορούσαν µε µια µόνο ριπή. Έφθασα στην άκρη µιας πεζούλας. Με το επόµενο βήµα θα έπεφτα στον γκρεµό πάνω από την Καινούρια Βρύση. Σταµάτησα, σταµάτησαν και οι βολές.
Τα γυναικόπαιδα του Λειβαδά οδηγηθήκαµε τότε σε µια πορεία τρόµου και απειλής θανάτου. Φθάσαµε στην Πριναρέ, νότια του χωριού, όπου µείναµε φρουρούµενοι οληµερίς στη σκιά ελαιοδέντρων. ∆ίπλα έτρεχε η βρύση, νερό δεν άφησαν να πιούµε.
Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του όταν διαταχθήκαµε να φύγουµε από εκείνο το µέρος.
Φθάνοντας στο χωριό είδαµε φλόγες και καπνούς στα κατεστραµµένα σπίτια µας.
Φτάσαµε στη βρύση.
Η πείνα και η δίψα µας ήταν αβάσταχτες. Όµως ούτε εκεί δεν µας επέτρεψαν να πιούµε νερό! Μια παραµυθία είχαµε όταν είδαµε ότι δεν είχαν καταστρέψει τον κεντρικό ναό του χωριού, αφιερωµένο στους Αγίους Πάντες και στον Ευαγγελισµό της Θεοτόκου. Εκεί είναι και το νεκροταφείο του χωριού µας. Η πορεία µας συνεχίσθηκε µέχρι τα Αντωνιανά, την κεντρική γειτονιά του Λειβαδά. Μας οδήγησαν στο «Τηλέφωνο». Ένα αρκετά ευρύ δωµάτιο µε υπόγειο και ισόγειο. Το όνοµά του οφείλεται στο ότι εκεί ήταν το µοναδικό τηλέφωνο του χωριού µας. Οι Γερµανοί το είχαν διατηρήσει για τη διανυκτέρευσή µας και το κατέστρεψαν ύστερα.
Εδώ συνέβησαν άξια µνήµης γεγονότα, όπως, ενδεικτικά µόνο:
α) Τα χαρούπια
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού Κωστής Σειραδάκης είχε εκεί τα χαρούπια που είχε µαζέψει αυτό τον µήνα. Η περιοχή µας είναι κατάλληλη για χαρουπιές, που δίδουν εξαίρετη ποιότητα καρπού.
Όπως λοιπόν είχαµε µείνει οληµερίς χωρίς τροφή, θεωρήσαµε τα χαρούπια ως Μάννα εξ ουρανού. Πολύ σύντοµα όµως αντιληφθήκαµε τις συνέπειες της λαιµαργίας µας.
∆ιότι τα χαρούπια ήταν αφ’ ενός άπλυτα και αφ’ ετέρου και κυρίως πλούσια σε ένα είδος ζάχαρης ή µελιού, που έκαµε τη δίψα µας ακόµη πιο ανυπόφορη.
β) Ένα τόλµηµα που τιµωρήθηκε
Ξαπλώσαµε για ύπνο στο πάτωµα του σπιτιού. Η δίψα έδιωχνε τον ύπνο µου. Είχα ξαπλώσει κοντά στο ανοιχτό παράθυρο. Ίσως αυτό να ανακάλεσε στη µνήµη µου κάτι που είχα διαβάσει σε βιβλίο του ∆ηµοτικού Σχολείου µας. Κατά τον ελληνοβουλγαρικό πόλεµο µια µικρή οµάδα Ελλήνων είχε συλληφθεί από Βουλγάρους, οι οποίοι τους έκλεισαν σε έναν πύργο, όπου υπήρχε ανοιχτό παράθυρο, πολύ ψηλά από το έδαφος. Εκείνοι µετέτρεψαν ένα σεντόνι σε σχοινί και κατάφεραν να διαφύγουν τη νύχτα. Βάλθηκα λοιπόν να τους µιµηθώ! Είχαµε σκεπαστεί ένα µεγάλο ρούχο.
Σκέφθηκα να κάµω το ίδιο. Να κρεµαστώ από το παράθυρο, να πάω στη βρύση, να ξεδιψάσω και αν εύρισκα κάποιο δοχείο, να το γεµίσω, να επιστρέψω στο Τηλέφωνο, να σκαρφαλώσω µε το «σχοινί», να ανέβω έχοντας µαζί µου και το δοχείο, να ξυπνήσω τα φυλακισµένα γυναικόπαιδα να πιούν µια σταλιά νερό ο καθένας. Ήταν περίπου µεσάνυχτα όταν µε τις κινήσεις µου να µετατρέψω το ρούχο σε σχοινί, ξύπνησα τη Θεοφάνενα, σύζυγο του πρωτεξαδέλφου µου Θεοφάνη Παπαδερού, έγκλειστου τότε σε γερµανικό Στρατόπεδο Συγκέντρωσης, όπου υπήρξε αργότερα θύµα του µεγάλου εγκληµατία Mögele στο Hartheim της Αυστρίας. Όταν της ψιθύρισα το σχέδιό µου, άρπαξε το αυτί µου µε τέτοια δύναµη, που ένοιωσα πως το είχε ξεριζώσει! Το σχέδιο µαταιώθηκε φυσικά!
γ) Η πορεία προς τα δεσµά και τον θάνατο
Το πρωί της 30ής Σεπτεµβρίου ξεκίνησε µε καινούρια δεινά, που προστέθηκαν στη βασανιστική νύχτα, στην αβάστακτη πείνα και δίψα και στην αγωνία για τα ερχόµενα.
Μια παρατήρηση προκάλεσε ταραχή και αµηχανία µεγάλη. Από την κλειδαρότρυπα της κλειδωµένης πόρτας δεν βλέπαµε Γερµανούς φρουρούς, όπως τους βλέπαµε την προηγούµενη µέρα. Πάνω από την περιοχή τριγύριζαν αεροπλάνα µε εκκωφαντικό θόρυβο. Συµπέρασµά µας: Θα βοµβαρδίσουν το σπίτι και θα µας σκοτώσουν ούλους!
∆υό-τρία από τα µεγαλύτερα αγόρια ανοίξαµε τη λεµπάρτα, κατεβήκαµε στο υπόγειο, διαπιστώσαµε πως ήταν ανοιχτή η πόρτα, Γερµανούς δεν είδαµε. Με την κραυγή µας κατεβείτε γλήγορα, άρχισαν να κατεβαίνουν, µε πρώτα τα παιδιά. ∆υστυχώς οι Γερµανοί εµφανίσθηκαν. Και άρχισαν να πυροβολούν στο ψαχνό! Πρώτο θύµα η Αµαλία Τσουρή, 14 χρόνων. Κάµποσοι τραυµατίσθηκαν. Βαρύτερα πάντων η Μαίρη, 16 χρόνων, κόρη του Αξιωµατικού Χαράλαµπου Σειραδάκη, Λειβαδιανού, ο οποίος είχε το κουµάντο της αντίστασης στην περιοχή της Καντάνου κατά την Μάχη της Κρήτης.
Η σφαίρα πέρασε µέσα από τα στήθη της Μαίρης. Με ό,τι βρέθηκε στο Τηλέφωνο δόθηκε πρόχειρη βοήθεια στους τραυµατίες. Ακολούθησε εντολή να εξέλθουµε. Και άρχισε η πορεία προς τη Σούγια. Πρώτη στάση στη βρύση. Μερικοί πρόφτασαν να πιούν λίγο νερό.
δ) Η εκτέλεση της Μαίρης
Μεσολάβησε όµως ένα τραγικό επεισόδιο. Στη βρύση βρέθηκε ένας γάιδαρος µε σαµάρι. Ένας στρατιώτης τον τράβηξε προς το µέρος που µε µεγάλη δυσκολία και υποβασταζόµενη στεκόταν η Μαίρη. Μας έκαµε νόηµα, τη βοηθήσαµε και κάθισε στον γάιδαρο. Ένας άλλος όµως (φαίνεται πως ήταν ο αρχηγός της οµάδας) την άρπαξε µε βία και την έριξε χάµω. Άρχισε ένας άγριος καυγάς µεταξύ των δύο στρατιωτικών, ενώ βοηθήθηκε η Μαίρη να σταθεί όρθια. Τη στιγµή εκείνη την κρατούσαµε η αδελφή της από το δεξί χέρι και εγώ από το αριστερό. Και συνέβη αυτό που έχει εγγραφεί ανεξίτηλα στη µνήµη µου και επανέρχεται ακόµη ως µια διά βίου τραυµατική εµπειρία. Ο εξαγριωµένος στρατιωτικός πλησίασε τη Μαίρη, τοποθέτησε το πιστόλι του κάτω από το σαγόνι της και πυροβόλησε! Άρπαξε ύστερα το νεκρό
κορµί της, το πέταξε στην άκρη της πλατείας και διέταξε συνέχιση της πορείας. Μόλις που πρόφθασα να ρίξω λίγο νερό στο κορµί µου µε τα αίµατα της Μαίρης. Όµως κανένα νερό έκτοτε και µέχρι σήµερα δεν κατάφερε να αποµακρύνει από τη µνήµη µου την αίσθηση της αιµατοπληξίας και το βίωµα της θηριώδους βαρβαρότητας.
Χρόνια αργότερα απεβίωσε η µητέρα µου Μαρία. ∆εν µπορούσε να ανοίξει τότε ο οικογενειακός τάφος. Και φιλοξενήθηκε στον πρόχειρο τάφο, όπου είχε εναποτεθεί η Μαίρη, άγνωστο από ποιόν και πότε. Αργότερα έγινε µετακοµιδή των οστών της Μαίρης στον δικό της τάφο και της µητέρας στον οικογενειακό. Αιωνία η µνήµη αυτών!
Απορία: Εφαρµόσθηκε στον Λειβαδά το πρόγραµµα Τ4 του Χίτλερ; Πρόκειται για το πρόγραµµα εκείνο, την έναρξη εφαρµογής του οποίου διέταξε ο Χίτλερ την 1η Σεπτεµβρίου 1939. Το φρικτό πρόγραµµα που εφαρµόσθηκε σε παιδιά και ενήλικες της Γερµανίας, που επειδή έπασχαν από σοβαρές ασθένειες ή αναπηρίες, χαρακτηρίζονταν ως «αντιπαραγωγικά µέλη της εθνικής κοινότητας» και οδηγούνταν σε ειδικό ίδρυµα, όπου ακολουθούσε δολοφονία και αποτέφρωση.
Αναφέρεται ότι µέχρι το καλοκαίρι του 1941 είχαν εξοντωθεί περίπου 70.000 άνθρωποι. Το πρόγραµµα εφαρµόσθηκε και σε κατεχόµενες χώρες. ∆εν γνωρίζω αν είχαν οι στρατιωτικοί εντολή εφαρµογής οπουδήποτε αυτού του προγράµµατος.
Σίγουρο όµως είναι ότι γνώριζαν το πνεύµα του προγράµµατος αυτού, που εφάρµοσε στον Λειβαδά ο φονιάς της Μαίρης. Ίσως µάλιστα να ήταν αυτός που την είχε τραυµατίσει εκείνο το πρωί.
ε) Πορεία προς τη Σούγια
Από τη βρύση, άγνωστο γιατί, δεν οδηγηθήκαµε στον παραδοσιακό δρόµο προς τη Σούγια, αλλά προς βορά. Έτσι περάσαµε δίπλα από τον ναό, αλλά δεν επέτρεψαν να µπούµε µέσα, να προσκυνήσουµε και να ανάψουµε ένα κερί για τη Μαίρη και τους άλλους σκοτωµένους. Φθάσαµε κάτω, στην καµάρα του Αγερηνιώτη ποταµού. Εκεί που συναντάται µε τον Καµπανιώτη ποταµό. Κάναµε το σταυρό µας κοιτάζοντας προς την Παναγία την Κερά και το θαυµαστό καµπαναριό. Ακολουθώντας τον χωρίς νερό ποταµό φθάσαµε στη Σούγια. Όχι όλοι. 2-3 γυναίκες τόλµησαν να κρυφτούν σε µεγάλους θάµνους και διέφυγαν.
Στη Σούγια διανυκτερεύσαµε στην αυλή του Γερµανικού Σταθµού (οικία Παπαδερού), που ήταν ασφαλισµένος µε συρµατοπλέγµατα. Άνθρωποι της Σούγιας είχαν ετοιµάσει δείπνο µε κρέας βραστό. Για ύπνο ξαπλώσαµε στην αµµώδη αυλή.
στ) Η πορεία προς τα δεσµά
Την εποµένη, 1η Οκτωβρίου, µας µετέφεραν µε καΐκι στην Παλιόχωρα και από εκεί µε τρία φορτηγά στρατιωτικά αυτοκίνητα στη Φυλακή της Αγιάς.
Να αναφέρω ένα προσωπικό δίληµµα:
Είχε βραδιάσει όταν τα αυτοκίνητά µας σταµάτησαν στην πλατεία ενός χωριού.
∆υστυχώς δεν έµαθα το όνοµά του. Πάντως ήταν κάπου κοντά στην Αγιά. Έβλεπα πρώτη φορά λάµπες ηλεκτρισµού. Οι δυο στρατιώτες που κάθονταν στην πίσω άκρα του αυτοκινήτου µε τα όπλα στα χέρια, κατέβηκαν και αποµακρύνθηκαν προς τους ανθρώπους του χωριού, που είχαν προφανώς πληροφορηθεί για την αναµενόµενη διέλευσή µας και ήθελαν να µας συµπαρασταθούν. Εγώ σε όλη τη διάρκεια της πορείας στεκόµουν όρθιος στην µπροστινή µεριά της καρότσας.
Όταν φτάσαµε στο χωριό αυτό είχα µεγάλη ανάγκη να κάµω τα τσίσια µου.
Αποφάσισα λοιπόν να κρεµαστώ από την αριστερή πλευρά του οχήµατος και να τρέξω σε ένα κοντινό σκοτεινό σηµείο. Εκεί αντιµετώπισα µεγάλο δίληµµα. Πρώτη ιδέα ήταν να τρέξω προς πιο σκοτεινό τόπο, να κρυφτώ, να σωθώ. Ταυτόχρονα το ερώτηµα: Οι Γερµανοί, που µας είχαν µετρήσει, θα µε αναζητούσαν. Και ποιος ξέρει σε ποιο κίνδυνο θα έβαζα τους ανθρώπους µας, αλλά και εκείνους του χωριού. Νίκησε αυτό το ερώτηµα. Έτρεξα πίσω στο αυτοκίνητο και σκαρφάλωσα τη στιγµή που ξεκινούσε.
Οι άνθρωποι του χωριού έφεραν σε κάθε αυτοκίνητο ένα σακί κρεµµύδια.
Πεινασµένοι και διψασµένοι όπως ήµασταν αρχίσαµε να τρώµε τα κρεµµύδια. Λάθος µεγάλο! Ήταν νύχτα όταν φθάσαµε στη Φυλακή της Αγιάς και οδηγηθήκαµε σε ένα κελί, µε το στόµα και την κοιλιά µας να δοκιµάζονται από τους κρεµµυδόπονους και την καρδιά µας να συνθλίβεται από το απειλητικό άγνωστο. Το µόνο «έπιπλο» στο κελί ήταν ένα κοµµένο κάτω από τη µέση σιδεροβάρελο για τις σωµατικές µας ανάγκες. Κανένα κάθισµα. Ο ύπνος στο πάτωµα. Μεσηµέρι και αργά το απόγευµα έξω από το Κελλί διανοµή της τροφής. Έτσι άρχισε σε αυτό το φρικτό κολαστήριο της Κρήτης τον καιρό της κατοχής το µαρτύριό µας, το βράδυ της 1ης Οκτωβρίου του 1943.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου