Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.






Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

200 ΧΡΟΝΙΑ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

Μετά το άδοξο τέλος της Επανάστασης του 1821 στην Κρήτη, και την παρολίγον εμφύλια σύρραξη, φαίνεται καθαρά οτι σημασία όπως και σήμερα παίζει το αρχηγιλίκι. Δυστυχώς η Κρήτη θα μπορούσε να είναι ελεύθερη απο τότε και αυτό φάνηκε τα πρώτα χρόνια όπου δεν υπήρχε αντίσταση απο τους Τούρκους. Όλα αυτά σήμερα που μας φαντάζουν λίγο άγνωστα κάποιοι προσπαθούν να τα εκμεταλλευτούν και να παρουσιάσουν οτι οι αγώνες και η θυσίες έγιναν μόνο απ αυτούς. Αντίθετα εμείς οι Κισαμίτες, τότε αλλά και τώρα, απλά ακολουθούμε και παρακολουθούμε τα γεγονότα και δεν παρεμβαίνουμε ενώ όπως φαίνεται υπάρχουν στοιχεία και θα μπορούσαμε να τα εκμεταλλευτούμε. 
Στο τέλος της ιστορίας του ο Γιάννη Ανδρουλάκης γράφει για αυτά τα γεγονότα που μας στέρησαν την ελευθερία το 1821 και ήρθε σχεδόν μετά από ένα αιώνα.
- Ύστερα από τις επιτυχίες των Τουρκοαιγυπτίων υπό τον Χουσεΐν, ούτε ο Αρμοστής Τομπάζης, αλλά ούτε οι Σφακιανοί, οι οποίοι πάντα μέχρι τότε ήταν οι μαχιμότεροι των Κρητών, ξεπέρασαν τις περιστάσεις.
Οι Σφακιανοί με τον Ρούσο Βουρδουμπά, στις κρίσιμες αυτές περιστάσεις προσπαθούσαν να διασφαλίσουν από τον Αρμοστή τα προνόμια, τα οποία είχαν αποσπάσει με αγώνες από τους κατά καιρούς κατακτητές, για να συνεχίσουν τον αγώνα. Ο Ρούσος Βουρδουμπάς απαιτούσε  την αρχιστρατηγία, άλλως απειλούσε, ότι η επαρχία του θα προσκυνούσε.
Δεν μπορούσαν να εννοήσουν οι Σφακιανοί, ότι τα προνόμια και η ατέλεια, καθώς και η φαινομενική αυτονομία σε τίποτε άλλο δεν αποσκοπούσε, παρά στη διάσπαση της ενότητας του Ελληνισμού, περί του οποίου δεσμού μέχρι τότε συγκεχυμένη εικόνα, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, είχαν.
Εξ άλλου, και το ίδιο το πολίτευμα, που ψήφισαν στην Αρκούδαινα Ρεθύμνης, δεν επέτρεπε τουλάχιστον θεωρητικά την αφαίρεση αυτής της εξουσίας από τον Αρμοστή.
Ο Τομπάζης πάλι ήταν μεν καλοκάγαθος, αλλά παρέμενε ένας ναυτικός-έμπορος, ο οποίος πάνω στο ελαφρό καράβι του, κατά τον Γρηγ. Παπαδοπετράκη, διακινδύνευε επί του ασφαλούς. Δεν ήταν στην εμπειρία του η διεξαγωγή αγώνα στην στεριά. Δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις ελληνικές δυνάμεις όλης της Κρήτης αθρόες και να εξουδετερώσει σε δύσβατα μέρη τον αντίπαλο, εκεί, όπου ούτε το πυροβολικό, αλλά και το ιππικό θα μπορούσε να μην ήταν αποτελεσματικό.
Πέραν, όμως, από τις ευθύνες όλων στην Κρήτη, και η Κεντρική Διοίκηση της Ελλάδος δεν διέθετε ούτε πραότητα, αλλά ούτε και εθνική επάρκεια: από το 1823 έως το 1824 η Πελοπόννησος δεν είχε πειραχθεί από τους εχθρούς, όμως και ο Θ. Κολοκοτρώνης και οι νησιώτες προσπαθούσαν να αλληλοεξουδετερωθούν, και το ναυτικό της Ελλάδος είχε περιπέσει σε αδράνεια. Οι κινήσεις και οι παρασκευές του εθνικού στόλου είχαν φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο και οι ιδιωτικοί πόροι των νησιών είχαν εξαντληθεί.
Έτσι ανενόχλητα εκτελέστηκε η συμφωνία της αυτοκρατορίας με τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου για την υπαγωγή δηλαδή της Κρήτης στην κυριαρχία του δεύτερου.
Αν και νικούσαν λοιπόν οι Ελληνες στην Κρήτη αρκετές φορές τους Τούρκους δεν κατέστη δυνατόν να αξιοποιηθούν οι επιτυχίες τους.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ

Είναι γεγονός οτι μετά την δεύτερη επιτυχημένη εκπόρθηση του φρουρίου της Γραμβούσας τον Αύγουστο του 1825 στο νησί μαζεύτηκαν κάθε καρυδιάς καρύδι, όχι μόνο απο την Κρήτη, αλλά και απο την Ελλάδα. Τρεις χιλιάδες άτομα (3.000) βρέθηκαν να ζουν σε ένα μικρό νησάκι, δίχως τα τα αναγκαία, έτσι σε λίγο καιρό η μόνη πηγή επισιτισμού ήταν οι καταδρομικές εξορμήσεις, όπου με τα λάφυρα που αποκόμιζαν απο τις τουρκοκρατούμενες περιοχές προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον πληθυσμό του νησιού.
Γράφει στην Ιστορία του ο Γιάννης Ανδρουλάκης για το γεγονός αυτό αλλά και το τέλος που είχαν αυτές οι καταδρομικές (πειρατικές) ενέργειες.
- Οπωσδήποτε, το πρόβλημα του επισιτισμού, όσων είχαν συνοικισθεί στην Γραμπούσα, ήταν οξύτατο. Μικροί και μεγάλοι και ιδιαίτερα τα παιδιά υπέφεραν από την έλλειψη τροφίμων. Η επιτακτική ανάγκη για την εφεύρεση των αναγκαίων εξέτρεψε μερικούς οπλαρχηγούς, με την συνέργεια Ψαριανών και Κασίων ναυτικών στην πειρατεία.
Οχι μόνο οι παραθαλάσσιες περιοχές, που ήταν κοντά στην ακτίνα δράσεως των πειρατικών καραβιών, νησιά Αιγαίου και Πελοπόννησος, υπέφεραν, αλλά και ξένα παραπλέοντα πλοία βιάζονταν.
Η όλη αυτή έκτροπη κατάσταση δυσφήμισε το ελληνικό οχυρό. Οι ανταποκριτές των Μ. Δυνάμεων, οι εκθέσεις των ναυάρχων εξόγκωναν τα γεγονότα, με απώτερο σκοπό την διευκόλυνση των σχεδίων εκείνων, που απέκλειαν την ενσωμάτωση της Κρήτης στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.
Η Κεντρική Διοίκηση απέστειλε τον ναύαρχο Κόχραν να ελέγξει την κατάσταση και να κατάσχει τα πειρατικά πλοιάρια. Ο ναύαρχος, όμως, προέβηκε μόνο σε συμβουλές προς τους πρώτους της καταστάσεως και απήλθε. Τούτο ερμηνεύθηκε από τους εν λόγω ως αδιαφορία και έτσι η πειρατεία συνεχίστηκε.
Αργότερα, όταν η Αγγλική φρεγάτα Σίβυλλα προσπάθησε να κανονιοβολήσει το φρούριο, οι πειρατές έστρεψαν 40 κανόνια εναντίον της, τόσα διέθετε το φρούριο, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 40 άνθρωποι από το πλήρωμα του αγγλικού πολεμικού. Τον Ιανουάριο του 1828 κατέπλευσαν στην Γραμπούσα 20 αγγλικά και γαλλικά πολεμικά με τους ναυάρχους Στέϊνς και Ρεβερσή. Η ελληνική φρουρά παρέδωσε το φρούριο, οι πειρατές απέδρασαν και τα πειρατικά κατασχέθηκαν.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος είχε πρόσφατα αφιχθεί στην Ελλάδα, αφού έμαθε τα όσα είχαν συμβεί, απέστειλε τον φιλέλληνα Άγγλο Ούρκουαρδ και παρέλαβε το φρούριο από τους παραπάνω ναυάρχους. Μία ημέρα, όμως, ενώ κατέβαινε από το φρούριο στην παραλία ο Ούρκουαρδ, σηκώθηκε ξαφνικός σίφουνας και αποσπάσθηκαν οροφές από τα παραπήγματα, μία δε κατέπεσε στην κεφαλή του Άγγλου και τον σκότωσε. Αυτό το τυχαίο γεγονός εκλήφθηκε ως εγκληματική ενέργεια και δόθηκε η αφορμή στον Άγγλο ναύαρχο να καταλάβει το φρούριο και να εκδιώξει οπλίτες και αμάχους.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας συγκρότησε δικαστήριο στο Ναύπλιο και άλλους από  τους ένοχους Κρήτες καταδίκασε σε θάνατο και άλλους σε εξορία.
Ένοχοι για πειρατεία κρίθηκαν οι παρακάτω:
Μαρτιμιανός Περράκης
Ιάκ. Σκανδάλης
Εμμ. Δεικτάκης ή Αρετάς
Εμμ. Δεικτάκης ή ο Σπανός
Εμμ. Κουβαρίτης
Γ. Λούπης
Π. Καλαϊτζάκης
Παπαγρηγοράκης ή Δαμιανός
Ιω. Δρακονιανός
Αρτ. Αδαμάκης
Μαρκουλής Ρενιέρης
Ν. Γλυμίδης
Κ. Κουφάκης
Ιάκ. Κουμής
Γ. Σταματάκης
Αυτοί που καταδικάσθηκαν σε θάνατο, δεν ήταν δυνατόν να συλληφθούν. Ο Καποδίστριας, ύστερα από πιέσεις που δέχθηκε, μετέτρεψε την θανατική ποινή σε χρηματική.
Τον Νοέμβριο του 1830 παραδόθηκε η Γραμπούσα στον Μ. Αλή της Αιγύπτου.





Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ ΚΑΣΤΕΛΙΟΥ ΚΙΣΑΜΟΥ

Για την γεγονότα και την παραλίγο εμφύλια σύρραξη που αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή κατά την επανάσταση του 1823-1824 στα Χανιά και στην Κίσαμο γράφει σαν συμπέρασμα στην ιστορία του ο Γιάννης Ανδρουλάκης.
- Για την άσχημη πορεία των γεγονότων στην Κρήτη έχουμε τις πληροφορίες του Κριτοβουλίδη, τη συλλογή εγγράφων του Πρακτίδη και τις αναφορές των Νεοφ. Οικονόμου, Αντωνιάδη, Παρδαλάκη και Αφεντούλιεφ. Σκοπός των λογιών αυτών είναι να διασώσουν τα γεγονότα και πρώτιστα τους εαυτούς τους. Ο Κριτοβουλίδης υπερέβη τα εσκαμμένα και παρέστησε γεγονότα ως πραγματικά, ενώ είναι αμφίβολα καθ’ εαυτά.
Ο Αφεντούλιεφ παρέστησε τους Σφακιανούς ως άρπαγες, κλέπτες, αδικητές και στρεφομένους κατά των συμφερόντων του Κρητικού λαού, και γι’ αυτό ο Παπαδοπετράκης τον εκδικήθηκε στην ιστορία του. 
Η αλήθεια, όμως, απαιτεί να αποδοθεί η ανάλογη δικαιοσύνη προς όλες τις κατευθύνσεις και να υπερασπισθεί το δίκαιον, το οποίο κατανέμει ευθύνες σε όλες τις ηγετικές μερίδες του τόπου, οι οποίες διεκδικούσαν τον τίτλο του πρώτου. Οι επαρχίες της Κρήτης δεν μπορούσαν να διακρίνουν, ότι στην αρχή του αγώνα οι Σφακιανοί, με την πείρα που διέθεταν στα πολεμικά, μπορούσαν να ηγηθούν αποτελεσματικά. Η τάση των καπετανέων των Σφακίων, η οποία εκδηλωνότανε έντονα, δημιούργησε τις αντιδικίες και αντιζηλίες των άλλων επαρχιών. Και ως εκ τούτου ελισσόμενοι από τις πιέσεις των άλλων αναγκάσθηκαν να εισαγάγουν αρχηγούς από την άλλη Ελλάδα, με τον υπολογισμό, ότι έπρεπε να συνδεθεί ο αγώνας, αφ’ ενός της Κρήτης με τις προσπάθειες της λοιπής Ελλάδας, αλλά αφ’ ετέρου και να παίξουν τον ρόλο του πεφωτισμένου Δεσπότη, αχρηστεύοντας διαδοχικά τον ένα μετά τον άλλο Διοικητή.
Οι οπλαρχηγοί των άλλων επαρχιών και ιδιαίτερα των όμορων, Αποκόρωνα και Κυδωνιάς. άφησαν πολλές φορές τους Σφακιανούς αβοήθητους, χωρίς να μπορούμε να διακριβώσουμε τα αίτια: ήταν αντιζηλία, ήταν τα αποτελέσματα της διαίρεσης και της διχόνοιας, ήταν η δυσπιστία προς την πολιτική των Σφακιανών ή ήταν κάτι άλλο, το οποίον θα εξακριβωθεί αργότερα;
Όσον αφορά λόγιους, οι οποίοι προσπάθησαν να διασώσουν το όνομά τους, τα στοιχεία ομιλούν, ότι δεν ήσαν υπεράνω υποψίας: Και αυτό ισχύει και για τον Αντωνιάδη και για τον Νεόφ. Οικονόμο, οι οποίοι διαχειρίστηκαν χρηματικά ποσά του νησιού. Πού βρήκε ο Νεόφ. Οικονόμος 4.800 γρόσια, ποσόν πολύ μεγάλο για την εποχή, και του το αφαίρεσαν τα πληρώματα των Υδραίΐκων πλοίων; Πως ο Πρακτικίδης δανείζει 2.000 γρόσια, ενώ κλαίγεται ότι ήταν φτωχός, αλλά επιτίθεται με μεμψιμοιρία λογίου κατά των Σφακιανών, αποκαλώντας τους συλλήβδην κλέπτες;
Αλλά, και μέσα απ’ αυτή την κοινωνική ατέλεια των Σφακιανών, την οποίαν την είχαν εξ ίσου και οι Μανιάτες, που προήλθε από την φτώχεια του εδάφους και από την προσπάθεια της αυτοσυντήρησης, γεννήθηκε η ικανότητα και η αρετή της κοινοτικής διαχείρισης, την οποίαν διέθεταν οι Σφακιανοί, αλλά οι καπετανέοι των άλλων επαρχιών δεν την αξιοποίησαν.
Γενικά, οι συνθήκες του αγώνα ήταν τότε δύσκολες, οι χαρακτήρες των ανθρώπων αρχαϊκοί, ο δε τρόπος κατανομής της εξουσίας από τον Αφεντούλιεφ μεροληπτικός και παρ’ ολίγον να οδηγούσε τις επαρχίες σε εμφύλια σύγκρουση. Οι σωφρονέστεροι και το όραμα για την εθνική ανόρθωση έσωσαν τα φαινόμενα κατά τον πόλεμο, δηλαδή την ελληνική σχεδία, η οποία εμπειρότερη από προηγουμένως, θα συνεχίσει την προσπάθεια απελευθέρωσης της Κρήτης από την περιοχή της Κισάμου και ιδιαίτερα από το οχυρό φρούριο της Γραμβούσας, το οποίο θα καταστεί πονοκέφαλος για την Τουρκική Διοίκηση.
Ένα πολύ καλό κείμενο για τα γεγονότα αυτής της περιόδου έχει γράψει ο καθηγητής Ιστορίας Απόστολος Δασκαλάκης και μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ!
ΠΗΓΗ
Ελληνικό ημερολόγιο, Η Επαρχία Κισάμου μέσα απο την ιστορία της Κρήτης, Γιάννης Ανδρουλάκης

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

ΤΟ ΜΕΛΑΝΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ

Μετά την κατάληψη της Γραμβούσας στις 2 Αυγούστου του 1825 στο νησί μαζεύτηκαν πάνω απο 3.000 άτομα μάλιστα όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής -υπήρχε κάθε καρυδιάς καρύδι. Το μικρό αυτό ανεξάρτητο κράτος έγινε το κέντρο της ελεύθερης Κρήτης και σε λίγο καιρό εκτός απο τις οικίες, φτιάχτηκε ναός στο όνομα της Παναγίας, σχολείο για τα παιδιά, στο οποίο δίδασκε ο επίσκοπος Αρδαμερίων Ιγνάτιος, και απέκτησε ένα καλό στόλο καραβιών.
Στην ιστορία της Κισάμου του Γιάννη Ανδρουλάκη ο συγγραφέας αναφέρει οτι στο νησί ... συνέρρεαν απο πολλά μέρη άτομα, ιδιαίτερα από την Κρήτη, αλλά και τυχοδιώκτες από την Ελλάδα.  Η διοίκηση, όμως, της Γραμβούσας δεν φάνηκε ότι ήταν ικανή να επιβάλει τάξη και ηρεμία σ’ ένα χώρο στενό και άγονο, ο οποίος τίποτα δεν παρήγαγε και τα αναγκαία της διατροφής έπρεπε να εξασφαλίζονται από τις προμήθειες της Κεντρικής Διοίκησης ή από καταδρομές. Σ’ ένα μικρό επίσης χώρο, που κατοικείτο από 3.000 άτομα, συνήθως σχολάζοντα, δημιουργούνταν, όπως ήταν εύλογο. προστριβές και μικροδιενέξεις.
Σ’ αυτή την περίπτωση φάνηκε η αφέλεια των Κρητών οπλαρχηγών, αλλά και η πολιτική αδεξιότητα στο να εξουδετερώνουν ή να συμβιβάζουν τις αντιθέσεις μιας τέτοιας συνύπαρξης. Κάποιος από την Χίο εκμεταλλευόμενος την δυσφορία των οπλαρχηγών σχετικά με το ποιος πρώτος κατέλαβε το φρούριο της Γραμπούσας, τεχνιέντως υπεδαύλιζε το μίσος κατά των Σφακιανών, μέχρις ότου μέσα στην αφέλεια, ιδιαίτερα των Κισαμιτών οπλαρχηγών, θίχτηκε ο εγωισμός τους και δεν λειτούργησε η λογική έστρεψαν τα πυροβόλα κατά του οικίσκου των Σφακιανών. εφόνευσαν μια γυναίκα και τον Β. Βερυκάκη, τους υπόλοιπους τους αφόπλισαν
και τους απέστειλαν στα Σφακιά.
Δυστυχώς, σ’ αυτές τις στιγμές δεν βρέθηκε ο μέντορας, που θα κατέστελλε το κακό. Ούτε Σελινιώτης, ούτε Κισαμίτης, αλλά και ούτε Σφακιανός οπλαρχηγός αναδείχθηκε πάνω από τις περιστάσεις. Η Κρήτη, δυστυχώς, όπως και παλαιότερα, ακόμα και στην αρχαιότητα, έτσι και τώρα δεν κατόρθωσε να ανυψώσει ένα πρόσωπο σε Γενικό αρχηγό. Ο εγωισμός, ο επαρχιωτισμός, αλλά και η υπεροψία των Σφακιανών ήταν η αιτία αυτού του φαινομένου.
Η αδυναμία ανάδειξης ενός Γενικού αρχηγού, ύστερα από τον θάνατο του Τσελεπή Δασκαλάκη στην Κάνδανο, το 1802, άνδρα με πολλές ελπίδες γι’ αυτό το αξίωμα, καταδείχθηκε από την αρχή της επαναστάσεως. Η έλλειψη ισχυρής προσωπικότητας παρουσιάστηκε και στην Γραμβούσα, αφού οι οπλαρχηγοί αναζητούσαν αρχηγό από την Ηπειρωτική Ελλάδα. Άλλοι υποδείκνυαν τον Κριεζιώτη και άλλοι τον Μπότσαρη.
Επειδή οι εν λόγω στρατηγοί ζητούσαν να πληρωθούν για τρεις μήνες οι στρατιώτες τους προκαταβολικά, αρνήθηκαν, και ο Ιωάννης Κωλέττης διόρισε έναν κατώτερο αξιωματικό, ονομαζόμενο Λαζόπουλο, για να αναλάβει την διοίκηση της Γραμβούσας.
Επανερχόμενοι στο επεισόδιο με τους Σφακιανούς, πρέπει να πούμε ότι, έστω και εκ των υστέρων, λειτούργησε το αίσθημα του συγκριτισμού και η αρετή της συγγνώμης, και οι Κισαμίτες απέστειλαν τον διαλεκτικό Νεόφ. Οικονόμο στους πρώτους των Σφακίων, για να δώσει συγγνώμη για το επεισόδιο και να πάρει την συνδιαλλαγή για περαιτέρω κοινούς αγώνες. Η υπερηφάνεια, όμως, των Σφακιανών είχε τρωθεί βαθύτατα, διότι αργότερα, αφού οι Γραμπουσιανοί ζήτησαν βοήθεια και κοινή δράση για την αντιμετώπιση του εχθρού, οι καπετανέοι των Σφακίων επετίμησαν τον συνεπαρχιώτη τους Παναγιωτάκη, που κόμιζε την παράκληση, και απάντησαν πικρόχολα, ότι αυτοί που ξαρμάτωσαν τους Σφακιανούς, να τα βγάλουν πέρα με τους Τούρκους. Καταξέσκισαν δε την επιστολή, που κόμιζε ο Αναγνώστης Παναγιωτάκης. Ο προγονικός ομηρικός χαρακτήρας και το πείσμα φάνηκαν και σ’ αυτή την περίπτωση......
 Αυτή η κατάληξη της διένεξης έφερε πολλά κακά στην συνέχεια για την Κρήτη και τον αγώνα για την ελευθερία...και ξαναγύρισε τα πράγματα σε χειρότερη κατάσταση απ ότι ήταν πριν την επανάσταση.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1823 ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΚΙΣΑΜΟΥ ΚΑΙ ΣΕΛΙΝΟΥ

Επειδή είχε καθυστερήσει να εκραγεί η επανάσταση στην Κρήτη, πολλοί γενναίοι άνδρες των δύο επαρχιών είχαν μεταβεί στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Με την έναρξη των εχθροπραξιών στην Κρήτη, με προτροπή του Δημ. Υψηλάντη. αλλά και από φιλοτιμία παρακινούμενοι κατήλθαν στην Κρήτη και στρατολόγησαν και όσους συνεπαρχιώτες τους μπόρεσαν.
Έτσι, το 1822 κατέρχονται οι εννιαχωριανοί Μ. Καθεκλάς και οι αδελφοί Γεωργηλάδες. Στο Σέλινο κατέφθασε και ο καπετάν Φραγκιάς Τσισκάκης, ο οποίος κατάρτισε μόνο μια ομάδα στην αρχή από 60 άνδρες και αντιποιούνταν τους Τούρκους του Σέλινου. Αργότερα, διορίστηκε Γενικός αρχηγός του Σέλινου. Επίσης, ο Ιάκωβος Κουμής, του οποίου οι Τουρκοκρητικοί κατέσφαξαν την οικογένειά του, αναδεικνύεται ένας από τους δυνατότερους και δραστηριότερους αρχηγούς στον αγώνα. 
Η κατάσταση όμως στην Κρήτη εξελίσσεται στο χειρότερο, διότι στις 26 Μαΐου του 1822 φθάνει στη Σούδα Χανίων η πρώτη αρμάδα του Αιγυπτιακού στόλου με στρατό και εφόδια και εντός ολίγου θα καταφθάσει και δεύτερη νηοπομπή με ενισχύσεις σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Παρ’ όλα ταύτα μπροστά στον κίνδυνο του γενικού αφανισμού οι Κισαμίτες έγραψαν την πρώτη Ιανουάριου του 1823 προς την Κεντρική Διοίκηση:
«Θα ηξεύρετε, Αρχοντες, Αυθεντάδες μας και κριταί, ότι ευρισκόμενοι εις μεγάλον τρόμον ημέραν και νύκτα και εις κίνδυνον εξ αιτίας του τουρκικού γένους. Κάθε ημέραν μας σκοτώνουν, μας γδύνουν, μας παίρνουν τις γυναίκες μας και δεν ημπορούμε πλέον να βαστούμεν όσα μας κάνουν οι τρομοκράται και αναμένομεν πρώτα βοήθειαν από τον Θεόν και δεύτερον από την πανευγένειάν σας...
Αυτών των σκυλιών των ήλθε γράμμα, ότι πως έρχεται νέο ασκέρι 8 χιλιάδες και έχουν χαρές μεγάλες και μας λέγουν ότι θα μας ξεπαστρέψουν από προσώπου της γης. Το λοιπόν εσυμφωνήσαμεν όλα τα χωριά της Κισάμου και σας γράφομεν να κάμετε δια τον Ιησού Χριστόν τον εσταυρωμένον καμμίαν οικονομίαν πριν να χαθεί τόσος λαός. Εμείς γνωρίζομεν, ότι από λόγου σας θα λάβωμεν την ελευθερίαν μας, ωσάν και τους λοιπούς, μονάχα άρματα θέλομεν και μονετσιά: ξέρετε ότι εις τα χωριά μας βρίσκεται ασκέρι πολεμικόν έως 6 χιλιάδες (δεν μπορώ να αναφέρω όπλα). Το ολιγώτερον και δια τα άρματα, άμα πατήσετε εδώ είναι οι παράδες έτοιμοι...»
Γεώργιος Κουβαρίτης, Γιάννης Δεσποτάκης, Δημ. Αρχοντάκης, Ξηρούχης προεστός, Γιάννης Χαρτζούλης, Αντώνης Μπατιστάκης, Δασκαλογιάννης, Παπά-Μανόλης και Αντ. Μεταξάς
Αρχοντογεωργάκης

Στην επιστολή των Κισαμιτών απάντησε στις 7 Ιανουαρίου του 1823 από το Λουτρό Σφακίων η Καγκελλαρία με την εξής επιστολή:
Τούτο όπου ζητάτε τώρα, αδελφοί, θα το εκάναμεν ημείς από πολύν καιρόν, αλλ’ εδοκιμάσαμεν δύο και τρεις φοράς και δεν εκουνιστήκατε καθόλου πάρεξ ολίγοι τινές. Μας γράφουν και από πολλά χωριά του Σέλινου τα ίδια και χειρότερα. Λοιπόν, αν μπορείτε να συνεννήσθε με πολλήν προσοχήν να μην αφανισθήτε περισσότερον. Θα στείλωμεν και εκεί πάλιν ανθρώπους και ελπίζομεν ότι τώρα όπου τους έκαμαν τόσαις φρικταίς σφαγαίς εις Κακοδίκι, θα κάμωμεν δουλειά διότι φαίνονται τώρα, όπου έπαθον ορεξάτοι να επαναστατήσουν και αυτοί πλέον.
θα σας στείλωμεν δια θαλάσσης χίλια τουφέκια, τα οποία θα παραλάβη ο καπετάν Γιωργάκης Δρακονιανός να τα δώση αυτός εις όσους γνωρίζει πώς θα χρησιμεύσωσιν εις τον αγώνα μας.
Μην αμελείτε τα πράγματα και με φρόνησιν.
Η δύναμις του Τιμίου Σταυρού μαζί σας.
Λουτρόν 7 Ιουνίου του 1823
Η Καγκελλαρία Σφακίων
Χ.Ι. Πωλιουδάκης, Ανδρέας Κριαράς, Σ. Βουρδουμπάς

Όταν το δαιμονικό της πανούκλας άρχισε να κοπάζει, τότε αναλήφθηκε προσπάθεια για να αντιμετωπισθούν και οι Τούρκοι της Κισάμου, οι οποίοι είχαν λάβει εντολή να μην είναι καταπιεστικοί στον χριστιανικό πληθυσμό, μιας και δεν είχε κινηθεί ακόμη.
Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1823 αποφασίστηκε από την Καγκελλαρία Σφακίων κα. τον Νεόφ. Οικονόμο, με κάθε μυστικότητα επίθεση κατά των Τούρκων της Κισάμου. Σε όσα χωριά υπερτερούσαν οι Τούρκοι των Χριστιανών, ειδοποιήθηκαν οι τελευταίοι να καταφύγουν σε χωριά ασφαλέστερα.
Ο Νεόφ. Οικονόμος, προσωρινός Γεν. Διοικητής, προετοίμασε με λόγους και διακηρύξεις, ποια θα έπρεπε να είναι η συμπεριφορά των επαναστατών έναντι των κατοίκων και πώς όφειλε να γίνει με τάξη και δικαιοσύνη η κατανομή των λάφυρων. Εξέδωσε επίσης αυστηρές εντολές, να μην πειραχθούν τα πράγματα και τα υπάρχοντα γενικά των χριστιανικών οικογενειών.
Ειδοποιήθηκαν επίσης οι δυνάμενοι Χριστιανοί, να φέρουν όπλα να συγκεντρωθούν γύρω από τους φυσικούς τους αρχηγούς, για να εξοπλισθούν με όπλα, τα οποία έφερε μαζί του ο Γεν. Έπαρχος.
Οι επαναστάτες στις 3 Φεβρουάριου διάβηκαν τον Ταυρωνίτη χείμαρρο και προσέβαλαν με μεγάλη ταχύτητα τα χωριά της ανατολικής Κισάμου, Μούλετε, Χαρβάτα. Γρυμπιλιανά μέχρι και τα Περιβολάκια. Οι Τούρκοι, έντρομοι, κλείσθηκαν στους Πύργους των Βουκολιών και Πολεμάρχι, όπου και προέβαλαν άμυνα. Παρά τις προσπάθειές τους, οι Χριστιανοί δεν κατόρθωσαν να εκπορθήσουν τα οχυρά των Τούρκων. Κατά τις συγκρούσεις σκοτώθηκε στο Πολεμάρχι ο ηγούμενος του Πρέβελη Μελχισεδέκ και τραυματίστηκε στα χέρια ο αρχηγός Γ. Τσουδερός.
Οι Χριστιανοί χαλάρωσαν την προσπάθειά τους, αφού τράπηκαν σε λαφυραγωγίες, και έτσι οι Τούρκοι βρήκαν καιρό και κατέφυγαν άλλοι στο φρούριο του Καστελλίου Κισάμου και άλλοι στα Χανιά. Το θέαμα της διαρπαγής και λαφυραγωγήσεως ήταν φαιδρό, αλλά και ενδεικτικό της ανέχειας του χριστιανικού πληθυσμού: άρπαζαν ό,τι εύρισκαν: τρόφιμα, λάδι, σκεύη, ρούχα και ό,τι άλλο μπορούσε να θρέψει την οικογένεια του επαναστάτη, το έπαιρνε και απερχότανε, δυστυχώς, στο σπίτι του, αφήνοντας το στρατόπεδο αδύνατο και ακατοχύρωτο.
Η πείνα, οι στερήσεις και η εκμετάλλευση των Χριστιανών από τους Τούρκους προκαλούσε το φαινόμενο αυτό, το οποίο πολλές φορές εξέτρεπε τον αγώνα σε συμφορά των Χριστιανών και όφελος των Τούρκων. Ύστερα απ’ αυτά, ο Νεόφυτος Οικονόμος εγκατέστησε το στρατηγείο του στην Ι.Μ. Γωνιάς, απ' όπου προσπαθούσε να οικονομήσει τον αγώνα: αναγνωρίστηκαν επισήμως πλέον αρχηγοί των Κισαμιτών ο Μαρτιμιανός Περράκης και ο Γεώργιος Δρακονιανός και οπλαρχηγό των Μεσογειανών καθιέρωσε τον Μ. Μαυράκη, έμπειρο ναυτικό, στον οποίον ανέθεσε και την πολιορκία της Γραμβούσας, για να αποκοπεί η επικοινωνία από την θάλασσα των Τούρκων του φρουρίου της Κισάμου με τον κόλπο των Χανίων.
Το φρούριο της Κισάμου, στο οποίον είχαν εγκλειστεί 1.800 Οθωμανοί, αποδεκατιζόμενοι απο την πανώλη, πολιορκείτο στενά απο τους ντόπιους οπλαρχηγούς και τους Σφακιανούς θείο και ανηψιό Πωλιό και Εμμανουήλ Πρωτοπαπαδάκη.
ΠΗΓΗ:Η Κισάμος μέσα απο την Ιστορία της Κρήτης, του Γιάννη Ανδρουλάκη.