Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.






Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΛΑΝΑ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ


      (Που πέρασε στην άλλη την. .απέναντι.....πλευρά του του δρόμου)   
Γράφει η Ευτυχία Δεσποτάκη
Και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι  αυτήν,
   εις ψυχήν αυτή  βλεπτέον
    Πλάτωνος  Αλκιβιάδης
Το παραπάνω απόσπασμα από τον Αλκιβιάδη του Πλάτωνα  γραμμένο με πολύ ψιλά γράμματα έχει σαν προμετωπίδα στην ταινία του «το βλέμμα του Οδυσσέα»  ο Θ. Αγγελόπουλος, που πριν λίγες μέρες μέσα σε λίγη ώρα ταξίδεψε στην αιωνιότητα. Εμείς προχωρούμε λίγο παρακάτω, όπου η συνέχεια του αποσπάσματος: «και μάλιστα εις τούτον αυτής τον τόπον εν ώ εγγίγνεται η ψυχής αρετή, σοφία
Που σημαίνουν όλα αυτά: και η ψυχή εάν πρόκειται να γνωρίσει τον εαυτό της στην ίδια πρέπει να ρίξει το βλέμμα και μάλιστα σε αυτό τον τόπο που η αρετή της ψυχής μετατρέπεται σε σοφία
Τι άλλο θα μπορούσε να διαλέξει ο μεγάλος σκηνοθέτης, αφού όλο του το έργο είναι πλάνα και εικόνες, που σε παραπέμπουν στην ανατομία της ανθρώπινης ψυχής και περιπέτειας, συνάμα, μέσα στο χρόνο.
Εδώ δε θα αναφερθούμε στο ποιος ήταν ο μεγάλος σκηνοθέτης και ποια η θέση του μέσα στην έβδομη Τέχνη, υπάρχουν άλλοι ειδικοί γι΄αυτό και πλησιέστεροι.
Απλά θα αναφερθούμε σε γεύση, που έχουν αφήσει σε μας σκηνές και διάλογοι από τα πλάνα έργων του και που αναγκαστικά κάνουν την ψυχή μας να ψάχνει μέσα της.
Οι ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου είναι αργές  μακρόσυρτες, για πολλούς βαρετές, όμως, αυτό σου δίνει την ευκαιρία να σκεφτείς ο ίδιος και να συναισθανθείς τα δρώμενα, άλλωστε εμείς οι ίδιοι είμαστε στα έργα του. Ο τόπος μας η ιστορία του οι δικοί μας ,οι γνωστοί μας, οι γείτονες μας, όπως απλωνόμαστε και αναδιπλωνόμαστε χιλιάδες χρόνια από τη Μ.Ασία, στα Βαλκάνια και στη μητροπολιτική Ελλάδα.
 Χρόνος, δεν υπάρχει για το Θ.Α. Ο χρόνος είμαστε εμείς.......
...... Καθένας έχει το δικό του υποκειμενικό χρόνο πόσες φορές, οι ώρες φαίνονται αιώνας και πόσες φορές μας φαίνεται πως πέταξε ο χρόνος. Δεν περνά το ίδιο για όλους και για όλα και συχνά μπερδεύεται το παρόν με το παρελθόν. Πόσες φορές πιάσαμε τον εαυτό μας να διερωτάται  πότε πέρασαν τα χρόνια, πόσες φορές οι μέρες φαίνονται αιώνες .Και πόσες φορές, κατά που λέει ο άλλος μεγάλος μας, ο Ελύτης «πέρασαν χρόνοι πολλοί μέσα σε λίγην ώρα». Την αιωνιότητα σε μια μέρα  δείχνουν τα πλάνα του Θ.Α.
« Η σκόνη του χρόνου» πέφτει πάνω τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα  της ζωής πράγματα και τα σκεπάζει βαθιά στην ψυχή. 
Ο κόσμος μου είναι τα παιδικά μου χρόνια, ομολογεί, σε αυτά επιστρέφει και αντλεί το πλούσιο έργο του. Ευγνώμων για τη εποχήν και τους ανθρώπους της εποχή που έζησε σαν έφηβος και νέος παρά τις όποιες δυσκολίες. Υπήρχε το όνειρο, ότι θα φτιαχνόταν όλα καλύτερα. Ωστόσο παρά την περιπέτεια φαίνεται υπήρξε εξαπάτηση. Και όμως, οι φίλοι παρέα πίνουν ένα ποτήρι γι αυτά που ονειρεύτηκαν και δε γίνανε, σε μια σκηνή από το έργο «Το βλέμμα του Οδυσσέα».
 Ο τόπος είναι, συνήθως, τοπίο στην ομίχλη, το  ορεινό χωριό με τους τότε ανθρώπους του, τους λίγους που έχουν απομείνει, με τα σκαμμένα από το χρόνο  και κόπο πρόσωπα, το χωριό του καθενός  από μας. Συνήθως μέσα σε αυτό το τοπίο κάποιος μόνος ψάχνει και ψάχνεται.
Άλλοτε πάλι είναι η απέραντη γαλάζια θάλασσα που σε περνά με φτωχές βάρκες   στην απέναντι την «Άλλη θάλασσα». Άλλοτε πάλι  σε περνά σε «λιβάδια που δακρύζουν».
 Οι λέξεις για το Θ.Α. έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, είναι η έκφραση ζωής και το μέσο επικοινωνίας. Η λέξη, κατ΄αυτόν έχει ένα αντίτιμο, την αγωνία να ανοίξεις επαφή με τον άλλο, με τον κόσμο. Μέσα  από πλάνο στην ταινία του, «Αιωνιότητα και μια μέρα»,όπου ο πρωταγωνιστής, ποιητής, ξένος άρρωστος με μικρά περιθώρια ζωής, υποκρινόμενος το Δ .Σολωμό, που θέλει να ολοκληρώσει το ποίημα «ελεύθεροι πολιορκημένοι», δυσκολεύεται στη γλώσσα, γιατί δεν ξέρει λέξεις, λέξεις φορτισμένες με συναίσθημα, όπως δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ο Σολωμός, και όλο έψαχνε στα σχεδιάσματα του τέτοιες λέξεις, που στο στόμα του λαού εκφράζανε το πάθος για την επανάσταση, τον έρωτα για την ελευθερία, τον έρωτα για τη ζωή και τη φύση.
Αυτή τη βοήθεια  ο πρωταγωνιστής τη βρίσκει σε ένα Αλβανάκι, παιδί των φαναριών, ξένο κι αυτό, που σε όλη την πορεία του έργου συντροφεύει ο ένας τον άλλο.
Στο πλάνο οι δυο τους φαίνονται, κάπου σε απέραντο χιονισμένο τοπίο, στα σύνορα. Τρελαίνεται όταν ακούει από το στόμα του παιδιού τη λέξη «κορφούλα μου» και κυρίως όταν το παιδί του εξηγεί πως κορφούλα σημαίνει η καρδιά του λουλουδιού και είναι μέσα στα τραγούδια των ανθρώπων και τη λένε  τρυφερά σε πρόσωπα που αγαπούν πολύ. Αυτό που κατανοεί είναι πως δεν σημαίνει την κορυφή και  δε μεταφράζεται απλά με τη λέξη αγάπη μου, ούτε είναι μόνο αγάπη. Είναι σαν να λέμε εμείς, βλαστάρι μου, γιασεμί μου.
Έκτοτε παρακαλεί το παιδί να του φέρνει κάθε μέρα μια λέξη. Το παιδί του φέρνει τη λέξη ξενίτης: ο ξένος σε ένα τόπο, όπως αυτός και το Αλβανάκι ,ο ξένος από τις ιδέες και αντιλήψεις των άλλων, ο ξένος στην εποχή …Η τρίτη λέξη είναι η λέξη αργαδινή: αργά μέσα στη νύχτα: του άρεσε και αυτή, άλλωστε η δική του νύχτα πλησίαζε.
Αφήνω τελευταίο το πλάνο στην ταινία: «Το βλέμμα του Οδυσσέα». Σύνορα αλβανικά χιόνι παντού. Μόνοι δυο άνθρωποι, άγνωστοι στην ουσία μεταξύ τους, σε ένα αυτοκίνητο, που σταματά  από  το χιόνι, στο βάθος χιονισμένες βουνοκορφές.
Σε αυτό το πλάνο  προσδιορίζεται η φιλία  και το τέλος της πατρίδας μας ,με τη μοναδική έκφραση του Θανάση  Βέγγου, που ενσαρκώνει και τον αντίστοιχο λόγο:
Πιες, λέει ,στον επιβάτη του, δίνοντας του ένα μπουκάλι ποτό, για να γίνομε φίλοι, γιατί για να γίνομε φίλοι με κάποιο πρέπει να πιούμε από το ίδιο ποτήρι και να ακούσομε το ίδιο τραγούδι. Και  ύστερα, με κραυγή αγωνίας  συνεχίζει στο φίλο του πια. Ξέρεις κάτι; η Ελλάδα πεθαίνει …πεθαίνει. Κάναμε τον κύκλο μας σα λαός δε ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα και πεθαίνομε, αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει θόρυβο…! Και ακόμη με σπαρακτικότερη φωνή κραυγάζει προς τα χιονισμένα βουνά:Μωρή πατρίδα είσαι μόνη σου, μόνος μου είμαι και εγώωω!!!!! 
Αφήνουν μια γεύση απαισιοδοξίας τα πλάνα του Θ.Α. όμως, κάπου στο βάθος διακρίνεις το όνειρο για συνέχεια της ζωής.
Πλάνα  που ποίηση και φιλοσοφία γίνεται ένα και η γνώση του σκηνοθέτη ενεργοποιεί τη αισθητική, εξυμνεί τον κόσμο και συγχρόνως τον αμφισβητεί και πάνω απ' όλα ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: