Η επίσκεψη στην Κίσαμο είναι μοναδική εμπειρία. Η γνωριμία με την επαρχία δεν έχει να κάνει μονάχα με το ζεστό και φωτεινό ήλιο, την κρυστάλλινη θάλασσα, τα φαράγγια, την παρθένα γη, την μεγάλη χρονική διάρκεια διακοπών σας στην περιοχή. Η γνωριμία με την επαρχία Κισάμου είναι ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι στην μακραίωνη ιστορία της, τον πολιτισμό, την παράδοση, τα ήθη και έθιμα, την φιλόξενη ψυχή των ανθρώπων της....Όσοι δεν μπορείτε να το ζήσετε... απλά κάντε μια βόλτα στο ιστολόγιο αυτό και αφήστε την φαντασία σας να σας πάει εκεί που πρέπει...μην φοβάστε έχετε οδηγό.... τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες του καταπληκτικού Ανυφαντή.






Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Ο ΠΗΓΑΣΟΣ ΤΟΥ ΝΤΑΓΚΟΥΝΟΓΙΑΝΝΗ

Απο το βιβλίο του γιατρού Σπύρου Καστανάκη "Η ράτσα του Καπετάν Μιχάλη".
 Λίγο πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την δικτατορία του Μεταξά, μεταξύ των διαφόρων αυστηρών αστυνομικών διατάξεων που είχαν εφαρμοστεί, ήταν και ο έλεγχος και τιμωρία για τις περιπτώσεις κακής μεταχείρησης των ζώων (ξυλοδαρμός, υπερφόρτωση κλπ).
Ο Νταγκουνόγιαννης με φορτωμένα δυο σακιά κριθάρι και καθισμένος ανάμεσα τους, πέρασε και από το Καστέλλι για να πάει στα Νοπήγια στο νερόμυλο ν’ αλέσει το κριθάρι. Όμως για κακή του τύχη, καθώς περνούσε από την Κεντρική αγορά τον είδε κάποιος χωροφύλακας ονόματι Βουρδουλάς, αν δεν απατώμαι, και αφού τον υποχρέωσε να ξεπεζέψει και να συνεχίσει την πορεία του πεζός, τον άφησε ελεύθερο με την ρητή εντολή, να μην ξανακάνει την ίδια παράβαση διότι, αν τον συλλάβει θα τον κλείσει στο μπουντρούμι και θα του βάλει και πρόστιμο.
   Ο Νταγκουνόγιαννης, παρά το γεγονός ότι ενοχλήθηκε από την παρέμβαση του χωροφύλακα στα οικογενειακά του, έδωσε την υπόσχεση του ότι, δεν θα το ξανακάνει και συνέχισε το δρόμο του. Όμως αυτό που τον στενοχώρεσε ιδιαίτερα ήταν το δούλεμα της Καστελλιανής πιάτσας... Ως δια μαγείας, λες κι εσυνενοήθηκαν όλοι μαζί, μπακαλέμποροι, μανάβηδες, τσαγκάρηδες, μπαρμπέρηδες κλπ κι άρχισαν να του λένε καθώς περνούσε από τα μαγαζιά τους. 
-Ιντα ναι σύντεκνε ετούτην η δουλειά που σούκανε ο Βουρδουλάς. Καλιά έκανε ο αθεόφοβος το γάιδαρο από τ’ αφεντικό του;
-Έχει ο καιρός γυρίσματα απαντούσε ο Νταγκουνογιαννης και προχωρούσε μέχρι που βγήκε από το Τσαρσί  και συνέχισε για τα Νοπήγια.
 Μυλωνάς που τον είδε άκεφο, παραξενεύτηκε και τον ρώτησε τι του είχε συμβεί και ο Νταγκουνογιαννης του διηγήθηκε την ιστορία με το χωροφύλακα, το δούλεμα των Καστελιανών και την πεζοπορία του και ο Μυλωνάς αντί να ρίξει νερό στη φωθιά, έριξε όχι λάδι, αλλά πετρέλαιο.
-Τι λες μωρές σύντεκνε, εσένα την έκανε ο Βουρδουλάς ετούτηνα τη δουλειά, να σε ξεφτυλίσει ο άτιμος σε ούλους τσοι Καστελιανούς και νάρθεις και με τα πόδια από το Καστέλλι στα Νοπήγεια; Και δεν μπορείς να του κάνεις και τίποτις. Πες πως ήτανε το τυχερό σου σύντεκνε Γιάννη και ξέχασέ το, μαθα το ξεχάσουνε θέλει και οι μπαγάσηδες οι Καστελλιανοί.
-Έχει ο καιρός γυρίσματα, επανάλαβε ο Νταγκουνογιαννης και μετά από λίγο φόρτωσε το αλεύρι στο γάιδαρο, έπιασε το σκοινί που ήτανε δεμένο από το καπίστρι του γαϊδάρου και ξεκίνησε για τις Λουσακιές.
 Κατά την επιστροφή, από το μυαλό του ούτε καν πέρασε η ιδέα να ξανακαβαλικέψει το γαϊδαρό, όχι τόσο από το φόβο μην τον πιάσει ο Βουρδουλάς, αλλά, γιατί τόβαλε να δουλεύει για να βρει τον τρόπο που θα ξεπλύνει το ρεζιλίκι και το δούλεμα που του κάνανε οι Καστελλιανοί.
Η ιστορία μαθεύτηκε όπως ήτανε φυσικό και στο χωριό του και όταν τον ρωτούσανε οι Λουσακιανοί αν είναι αλήθεια, αυτός τους απαντούσε.
- Υπομονή χωριανοί, μα οπίσω έχει η αχλάδα την ουρά και όποιος γελά τελευταίος γελά και πιά καλά. Την Παρασκευή στο παζάρι θα τους κάμω θέλει να με θωρούνε και ν’ αναγυρίζουνε, ούλοι τούτηνα οι Καστελλιανοί... αστυνόμοι, δικολάβοι, τσαγκαροραφτάδες, μπαρμπέρηδες και γραμματιζούμενοι που μου κάνουνε τσ’ έξυπνους. Το είπε και τόκανε. 
Την Παρασκευή σηκώθηκε πριν καλοξημερώσει ο Νταγκουνογιαννης, τηγάνισε δυο αυγά με πρόβειο βούτυρο, για πρωινό, ήπιε και δυο κούπες Κισαμίτικο σπιτικό νέκταρ, το καλύτερο κρασί του κόσμου, έκανε το σταυρό του, φόρτωσε δυο γεμάτα τουλούμια (ασκούς από δέρμα κατσίκας που μεταφέρανε συνήθως λάδι ή κρασί) καβαλίκεψε ανάμεσα στα δυο τουλούμια, είπε στο γάιδαρο του, πάμε γέρο μου και ο Θεός βοηθός, κι’ έφυγε για το Καστελλιανό παζάρι της Παρασκευής.
Στο Καστέλλι έφθασε περίπου σε μισή ώρα κι άρχισε τις βόλιτες καβάλα πάντοτε στο φορτωμένο με τ' ασκιά γάιδαρο του. Στην κεντρική αγορά υπήρχε πολύς κόσμος και καθώς προχωρούσε ανάμεσά τους, έβαζε και καμιά φωνή στους πεζούς να παραμερίσουνε για να περάσει. Ο κόσμος παραξευνεύτηκε αλλά εκείνοι που αιφνιδιάστηκαν ήτανε οι μαγαζάτορες. Τους φάνηκε περίεργο πως τόλμησε να παρουσιαστεί στην αγορά καβάλα τον υπερφορτωμένο γάιδαρο ιδίως μετά από αυτά που είχαν προηγηθεί. Πολλοί είπαν πως απολωλάθηκε ο Νταγκουνόγιαννης και άλλοι ότι, όπου νάναι θα τον πιάσει ο Βουρδουλάς και θα τον κλείσει μέσα. Και αυτά ψιλοκουβεδιάζανε οι Καστελλιανοί όταν εμφανίστηκε ο χωροφύλακας, στη θέα του οποίου, ο περί ου ο λόγος, κλώτσησε με τα στιβάνια του την κοιλιά του γαϊδάρου για ν’ αποφύγει τρέχοντας τη σύλληψη.
Ο Βουρδουλάς αιφνιδιάστηκε αλλά έτρεξε τον πρόλαβε και τον διάταξε να τον ακολουθήσει στο τμήμα. Ο Νταγκουνόγιαννης με ύφος περίλυπο και φοβισμένο, παρακαλούσε τον Βουρδουλά να τον αφήσει διότι, δεν είχε πειράξει κανένα, αλλά που ν’ ακούσει ο χωροφύλαξ που ένοιωθε κατά κάποιο τρόπο ότι τον είχε γράψει... (ας πούμε περιφρονήσει) ο συλληφθείς. Και χωρίς να τον ακούσει καν, τον παρουσίασε στο Διοικητή του λέγοντας.
 - “Κύριε Διοικητά αυτός εδώ είναι βασανιστής ζώων και μάλιστα καθ’ υποτροπήν. Πρέπει κύριε Διοικητά να πάει στο αυτόφωρο, να δικαστεί και να πληρώσει κατά τον νόμον διότι, προ τινών ημερών συνελήφθη από τον υποφαινόμενον ιππεύων επί του ημιόνου του τον οποίον είχε ταυτοχρόνως φορτωμένον και με δύο μεγάλα σακιά. Του έδειξα επιείκιαν κύριε Διοικητά και μου υπεσχέθη, ότι δεν θα επαναλάμβανε μίαν παρομοίαν παράβασιν και θα συμπεριεφέρετο με τον αρμόζοντα σεβασμόν προς τον ημίονον του. Σήμερον υπέπεσε εις την αυτήν παράβασιν και μάλιστα κατά πολύ σοβαροτέραν. Διήρχετο την κεντρική οδόν της αγοράς προκλητικότατα, παρενοχλών τους πάντας, καθήμενος επί του ημιόνου του και δύο τουλούμια γεμάτα φορτωμένα εκατέρωθεν, βάρους 40 οκάδων περίπου έκαστον, και επί τη θέα του οργάνου τάξεως κ. Διοικητά, ελάχτισε, με τα γεμάτα μπροκαδούρες στιβάνια του τον ατυχή ημίονον και ανέπτυξε ασυνήθη ταχύτητα δια να διαφύγει.
Ευτυχώς κύριε Διοικητά, λόγω του συνωστισμού ζώων και ανθρώπων στην Ανατολική άκρη της αγοράς και τις πρόσκρουσης των ασκών επ’ αυτών, εσταμάτησε εξ’ ανάγκης και ηδυνήθην να τον συλλάβω.
   Και όπως θα διαπιστώσετε κύριε Διοικητά τα επωμισθέντα βάρη του άτυχου ζώου υπερβαίνουν τας 150 οκάδας”.
   -Μα κύριε χωροφύλαξ για ένα ημίονο δεν είναι υπερβολικό το βάρος δυο ασκών και ενός μικρού ανδρός. Το μουλάρι κύριε Βουρδουλά μπορεί να σηκώσει αυτό το βάρος.    
-Ν' αγιάσει το στόμα σου, κύριε Διοικητά μου άφησε με να σας εξηγήσω, γιατί ο κύριος χωροφύλακας τον κακορίζικο δεν μ’ άφησε μια κουβέντα να του πω. Κατ’ αρχήν δεν είναι μουλάρι, γάιδαρος είναι και η χάρη που θέλω να μου κάμετε είναι να με βοηθήξει ο κύριος χωροφύλακας να ξεφορτώσουμε τα τουλούμια, να τα ζυγιάσουμε να δούμε αν είναι πολύ το φορτίο.
- Βοήθησε τον κύριε Βουρδουλά να ξεφορτώσει...
 Ο Χωροφύλακας μόλις πήγε να υποβαστάσει το ένα τουλούμι κόντεψε να χάσει την ισορροπία του και αναφώνησε.
 - Μας εξαπάτησε κύριε Διοικητά τα τουλούμια δεν έχουνε ούτε λάδι ούτε κρασί, αέρα έχουνε!
    Νυσάφι κύριε Βουρδουλά, δεν φτάνει που δεν μ’ άφησες να σου πω μια κουβέντα παρά θα με βγάλεις και απατεώνα, που εβασάνισα ούλη την εβδομάδα το νου μου για ν’ ανακαλύψω τρόπο να ξαλαφρώσω το γάιδαρο μου και να εκτελέσω και τη διαταγή σου. Μάλιστα κύριε, αέρα τάχω γεμισμένα για ν’ ανασηκώνεται ο γάιδαρος, όπως γίνεται και στο γυαλό, να ξαλαφρύνει και να πηγαίνει και πιο γρήγορα. Φτερά τούβαλα κύριε Διοικητά μου, όπως βλέπεις, γι αυτό και πάει σαν το γιοργαλίδικο μπεγίρι. Ρεγάλο πρέπει να μου δώσετε γι αυτή μου την εφεύρεση, που έβαλα φτερά και ξαλάφρωσα το γάιδαρο και πάει σαν το γιοργαλίδικο μπεγίρι.
-Κύριε Βουρδουλά δεν εξετάσατε την περίπτωση του κυρίου Νταγκουνόγιαννη μετά προσοχής, πριν τον συλλάβετε. Αδίκως τον ταλαιπωρήσαμε και πρέπει να του ζητήσετε συγγνώμη. Και να μάθετε οτι ημίονος είναι το μουλάρι και όνος είναι ο γάιδαρος. Μας συγχωρείτε κύριε Γιάννη, μπορείτε να πηγαίνετε στη δουλειά σας.Και ο Νταγκουνόγιαννης καβαλίκεψε το γάιδαρο του κι έφυγε τραγουδώντας:
   Στα χέρια μου ξανάπεσες, στα δίχτυα τα δικά μου
   για δεν εκαταδέχτηκες ν' ακούσεις τη μιλιά μου.
Πελάτες και μαγαζάτορες, μετά από λίγο, βλέπανε έκπληκτοι τον Νταγκουνόγιαννη να πηγαινοέρχεται στην αγορά καβάλα στο γάιδαρο του και με τα τουλούμια φορτωμένο. Παρακολουθούσανε το ανεξήγητο εκείνο φαινόμενο, να τρέχει καβάλα με τον βαροφορτωμένο γάιδαρο του, σαν γιοργαλίδικο μπεγίρι και τότε ο διανοούμενος και εξαίρετος λαογράφος ο Λυκούργος Καμηλάκης είπε: “Αυτός δεν είναι γάιδαρος, Πήγασος είναι” και ο αείμνηστος πεταλωτής ο Πολυκανδρίτης που παρακολουθούσε έκπληκτος επίσης το θέαμα, φώναξε στον Νταγκουνόγιαννη. “Σύντεκνε Γιάννη, ίντα διάολο έκαμες του γαϊδάρου σου, φτερά τούβαλες;"
Και ο Νταγκουνόγιαννης του απάντησε με δυό μαντινάδες:
   “Τούτη τη στράτα ρέχτηκα να την περιδιαβαίνω
   καβάλα εις το γάιδαρο και παραφορτωμένο.
   Κ ι όποιος με μένα τάβαλε έπρεπε να γνωρίζει
   πως κάνουνε το γάϊδαρο να τρέχει σαν μπεγίρι.”
   Εεε! τ’ ακούσατε Αστυνόμοι, δικολάβοι, Καστελλιανοί Λουσακιανοί και Μεσσογειανοί γραμματιζούμενοι και μη; Αν δεν τακούσατε να πάτε στου Πολυκαντρίτη να καθαρίσετε τ’ αυτιά σας.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

Ο ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΤΖΕΓΚΑΣ μέρος II

Συνέχεια απο το βιβλίο του γιατρού Σπύρου Καστανάκη "Η ράτσα του καπετάν Μιχάλη" μια ιστορία για το θρυλικό Τζέγκα.
 Γι αυτές τις γραμμές τις αφιερωμένες στον Καπετάν Νικόλα προσπάθησα να πάρω πληροφορίες και να τον προσεγγίσω όσο γίνεται περισσότερο από συγγενείς και από αυτούς που εργάστηκαν μαζί του στη θάλασσα. Ένας από αυτούς που ψάρεψαν μαζί του, μετά την κατοχή, με το τρεχαντήρι του Λυρατζή την Αγία Τριάδα και τον Άγιο Γεώργιο, ήταν και ο Γιώργος Καστανάκης, ένας ασυμβίβαστος και τυπικός κουζουλός Κρητικός κι αυτός, ο οποίος και μου διηγήθηκε:
   -Ναι έτσι που τον περιγράφεις ήτανε, φοβερός ψαράς, ήξερε τη θάλασσα όπως ένας νοικοκύρης το σπίτι του.
   Με το καΐκι του Λυρατζή ψαρεύαμε από τις ξέρες του Συγγλιού ως τη Γραμπούσα. Λεβέντης σου λέω, αλλά και μερικές φορές, πολύ σκληρός, σκύλος στη δουλειά και όταν κάτι δεν πήγαινε, όπως ήθελε έβριζε άσχημα. Ήξερε που είναι τα ψάρια, ανάλογα με την εποχή και τον καιρό, οι βλάχοι, οι ρουφοί, οι σάρπες και από που περνούσαν οι βούπες (γόπες). Ψαρεύαμε βλάχους με την καθετή μέχρι 200 οργιές, βγάλαμε από 200 μέχρι και 500 κιλά βλάχους. Σκοτώναμε βούπα, που έπηζε ο γυαλός, γεμίζαμε το καΐκι, δεν χωρούσε άλλη, την
βγάζαμε έξω και ξαναγυρίζαμε και ξαναφορτώναμε το καΐκι. Ήτανε όμως και πολλά ψάρια εκείνη την εποχή.
   -Καλά, τόσα ψάρια θάπρεπε να είχε γίνει πλούσιος.
   -Κανονικά έπρεπε νάχει κάνει πολλά λεφτά, αλλά αυτός ήτανε ο Τζέγκας, όσα δεν του τρώγανε οι μανάβηδες, τάτρωγε στα γλέντια.
   Ήξερε όμως και από Κρητική μουσική και σκοπούς. Ένα πάτημα, μια νότα νάκανε λάθος ο Κουτσουρέλης, ή οποιοσδήποτε που έπαιζε πλάι του, θα του έκανε παρατήρηση. Σ’ όλα τα μαγέρικα κάθιζε αλλά πιο συχνά, την εποχή που δουλεύαμε μαζί, στου Φουρναρονικολή το μαγέρικο. Τον θυμούμαι τότε που αποσυρθήκανε οι Γερμανοί, από το Καστέλλι προς τα Χανιά, σε μια παρέα από μια δεκαριά καΐκια, που τραγουδούσανε και γλεντούσανε μ’ ένα ακορντεόν, ένα βιολί και ένα λαγούτο. Εκεί να δεις ξεφάντωμα, εκεί να δεις και να χαρείς το γλεντζέ τον πραγματικό. Τι συρτάκι Ζορμπάς και παραμύθια. Ανεπανάληπτες στιγμές. Αυτός χόρεψε πρώτος το συρτάκι με το σκοπό που Κουτσουρέλη... και ένα μικρό λάθος να “κάνανε οι οργανοπαίκτες, τους έκανε αυστηρές παρατηρήσεις...
   -Ευαίσθητος λοιπόν στο γλέντι.
   -Ναι και μερικές φορές σκληρός, πολύ σκληρός και στη δουλειά. Κανένα δεν άκουε, μόνο της Αναστασίας της γυναίκας του δεν χαλούσε χατήρι. Σκληρός και πολύ βλάστημος όταν του πηγαίνανε ανάποδα τα πράγματα. Μόνο με τον Αΐ Νικόλα είχε φιλίες και αυτόν κάπου κάπου παρακαλούσε και δεν εσήκωνε κουβέντα για τον φίλο του τον Αΐ Νικόλα γιατί τον είχε για θαλασσινό.
   Υπάρχει και μια αληθινή ιστορία με τις βλαστήμιες του και τον Δεσπότη τον Άνθιμο. Κάποτε μετά τον πόλεμο, ο Δεσπότης ήθελε να πάει στο πανηγύρι στον Αΐ Γιάννη στο Γκιώνα, στη μύτη της Σπάθας. Τότε δεν πηγαίνανε αυτοκίνητα, ο κόσμος, χιλιάδες κόσμος, πήγαινε με τα πόδια, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια εκάνανε πάνω από μισή μέρα ως και δύο μέρες να πάνε, ανάλογα από ποιο χωριό θα ξεκινούσανε.
   Μόνο μερικοί Καστελιανοί πηγαίνανε με καΐκια. Ο μακαρίτης ο Άνθιμος λοιπόν για να αποφύγει την ταλαιπωρία, ήτανε και μεγάλος και όχι και τόσο καλά στην υγεία του, αποφάσισε να πάει στο πανηγύρι με καΐκι. Έστειλε λοιπόν τον γραμματέα της Μητρόπολης τον μακαρίτη το Γιάννη τον Γιακουμάκηνα πάει να βρει καΐκι και για καλή ή κακή του τύχη, το μόνο που βρήκε στο λιμάνι ήτανε ο Τζέγκας. Μίλησε σχετικά με τον Καπετάν Νικόλα ο Γραμματέας της Μητρόπολης και συμφωνήσανε για την αμοιβή και την ώρα που θα έπρεπε να ξεκινήσουνε, για να μην καθυστερήσουνε στον εσπερινό. Ο Γιακουμάκης όμως, επειδή φοβότανε τη γλώσσα του Τζέγκα... του είπε: ο Δεσπότης θα σου δώσει τα διπλά από ότι ζήτησες, αλλά θα μου δώσεις το λόγο σου ότι, δεν θα πεις άσχημη κουβέντα στο ταξίδι, γιατί αν πεις δεν θα πάρεις φράγκο.
   -Μα ίντα λέεις μωρέ Γιάννη, κουβέντες είναι τούτεσές που λέεις; στο Δεσπότη αυτόν τον Αγιο γέρο άνθρωπο θα πω κακή κουβέντα;
   -Δεν σου είπα εγώ Νικολή να μη βρίσεις το Δεσπότη, τα Θεία δεν θέλω να βρίσεις, και θέλω να μου δώσεις το λόγο σου, δος μου τη χέρα σου.
   -Έγινε κουμπάρε Γιάννη, έχεις το λόγο μου αφού το θέλεις, αλλά με μια προϋπόθεση. Αν μούρθει το κέφι να τραγουδήξω, να πω και καμιά δυό μαντινάδες να μην σκάσω. Κατέεις το πως έχω μάθει να ψαρεύω, να ταξιδεύω και όπου βρεθώ μοναχός και προ παντός με παρέα, να τραγουδώ» και να τραβώ και καμιά γύρα.
Κουμπάρε Νικολή ταξιδάκι και με το Τζέγκα να τραγουδεί, θα είναι δώρο του Θεού στο Δεσπότη και στην παρέα. Είδες σύντεκνε Γιάννη που τα βρήκαμε. Μόνο να μην καθυστερήσετε γιατί ο αέρας είναι λίγος και θ’ αργήσουμε να πάμε, κι αν σταματήσει με τα κουπιά και φορτωμένη τη βάρκα θα κάμνουμε ούλη τη νύχτα...
   -Τι ώρα θέλεις να ξεκινήσουμε Καπετάνιο.
   -Στις 4 ώρα το αργότερο.
   -Εμείς θα είμαστε στις 3 στο λιμάνι.
   -Έγινε σύντεκνε Γιάννη και τα σεβάσματα μου στο Δεσπότη και πες του πως ο καιρός είναι θεού χαρά, και πως θα περάσουμε και με τη δική του ευλογία στο άψε σβήσε και χωρίς ταρακουνήματα.
   Στις 3 το απόγευμα πράγματι μπήκανε στη μικρή χωρίς μηχανή βάρκα και μόλις βγήκανε από το λιμανάκι του Καστελλιού, ο Τζέγκας σήκωσε το πανί και το μικρό καϊκάκι άρχισε να προχωρεί αργά και σταθερά Βορειοανατολικά προ τη μύτη του απέναντι ακρωτηρίου τη Σπάθα. Στην αρχή προχώρησαν χωρίς κανένα πρόβλημα και είχαν φθάσει στα μισά περίπου της διαδρομής όταν ο αέρας σταμάτησε παντελώς, ούτε μπρος, ούτε πίσω η βάρκα. Ο Δεσπότης έδειξε ν’ ανησυχεί και τότε ο Τζέγκας σάλταρε κι έβαλε τα κουπιά, αλλά
που να προχωρήσει η βάρκα με τους 6 επιβάτες. Πιο αργά και από τη χελώνα πήγαινε και κάτω από αυτές τις συνθήκες, εμφανώς απογοητευμένος ο Άνθιμος ρώτησε το Τζέγκα κάποια στιγμή.
   -Τι γίνεται Καπετάν Νικόλα, πως τα βλέπεις τα πράγματα θα πάμε στον εσπερινό;
 -  Ναι Δεσπότη μου και οι αποθαμένοι άγιοι και προπαντός οι ζωντανοί μαλώνουνε και μόνο που δεν σκοτώνουνται.
   Ο Γραμματέας της Επισκοπής ο Γιάννης ο Γιακουμάκης παρατήρησε τον εκνευρισμό του Τζέγκα και κάποια διάθεση να τα βάλει με τσ’ αγίους ή ακόμα και με το Δεσπότη και για να προλάβει το κακό είπε στον Καπετάν Νικόλα.
   -Νικολή, μην ξεχνάς τη συμφωνία μας και ο Τζέγκας του απάντησε.
   -Σύντεκνε Γιάννη, κάμετε προσευχή, εσπερινό ότι μπορείτε, γιατί αν δεν σηκώσει αέρα θα τη χαλάσω τη συμφωνία. Ναι μα τον Αϊ Νικόλα θα τη σπάσω τη συμφωνία που έκανα, για χατήρι σου Δεσπότη μου, με το γραμματέα σου. Κατέω εγι μπας και είναι και αμαρτία που ζήτησα παράδες για να σε πάω στο πανηγύρι;
   Αυτά είπε ο Τζέγκας σαν απάντησε στην υπενθύμιση της συμφωνίας, που είχε κάνει και μετά ξανάρχισε το τραγούδι με την μαντινάδα:
   - Φουρτούνες μ ’ άγριους καιρούς άντεξε το κορμί μου, 
     μα στη μπονάτσα ο δυστυχής θα χάσω την ψυχή μου.
   Και την ώρα που ο Τζέγκας τραγουδούσε κάτι μουρμούριζε ο Δεσπότης, προφανώς κάποια προσευχή και η ώρα κυλούσε χωρίς σημάδια για κάποιο αεράκι. Πιθανότατα να είχε κολύσει στο Τζέγκα η ιδέα ότι τα λεφτά που ζήτησε ήταν πράγματι αμαρτία, όπως είχε πει και πάνω από αυτή την εντύπωση σηκώθηκε και δήλωσε.
   -   Εγώ Δεσπότη μου τη σπάζω ίδια εδά τη συμφωνία και ας πάνε και στον γέρο το διάολο οι παράδες, του κερατά, οι παράδες που εσταυριόσανε και το Χριστό.
   Ο Δεσπότης τον κοίταξε λοξά, χάϊδεψε τα γένια του έδειξε κάπως να στενοχωρήθηκε και ο γραμματέας του πήγε να πει κάτι όμως ο Τζέγκας του το 'κοψε με μια κουβέντα:
   -   Εγώ την έσπασα τη συμφωνία κουμπάρε Γιάννη, εγώ λεφτά από το Δεσπότη δεν παίρνω και θα το δεις πως θα τόνε σηκώσω του κερατά τον αέρα.
   Ο Τζέγκας άρχισε από εκείνη τη στιγμή να κατεβάζει Θεούς και δαίμονες και να τραβά και κουπί πιο δυνατά. Αυτά που είπε ούτε γράφονται, ούτε λέγονται, όμως τη βάρκα την πήγε με τα κουπιά στον Αϊ Γιάννη στο Γκιώνα μετά τον εσπερινό.
   Εκείνος ο καλός Χριστιανός και άνθρωπος, ο αείμνηστος Δεσπότης ο Άνθιμος, πρόλαβε και έκανε τη λειτουργία και μ’ ένα πολύ γλυκό μελτεμάκι γύρισαν χωρίς προβλήματα. Το ταξίδι ήταν υπέροχο και την ώρα που έμπαιναν στο ψαρολίμανο του Καστελλιού, κοίταξε ο Τζέγκας το Δεσπότη λυπημένος και μετά του είπε:
-   Είδες άρχοντα μου τι καιρό μας έκανε. Αν έκανες λουτρουγιά, όπως σας είπα μέσα, στη βάρκα, ο Θεός μπορεί και να σήκωνε λίγο αέρα γιατί με τη δική μου λουτρουγιά... και σένα εστενοχώρεσα και την ψυχή μου έχασα.
Για τα λεφτά λέγεται ότι αυτό που είπε τόκανε, δεν πήρε φράγκο, απλώς ζήτησε από το Δεσπότη να τον συγχωρέσει και να του ευχηθεί να τον φυλάει ο Θεός από τις φουρτούνες της θάλασσας.

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Ο ΤΖΕΓΚΑΣ

Ένα απόσπασμα για τον Τζέγκα, απο το βιβλίο του αείμνηστου γιατρού Σπύρου Καστανάκη "Η ράτσα του καπετάν Μιχάλη στην τροχιά του Αποσπερίτη".
Επάψανε ν’ αντιλαλούνε τα λαγκά, οι πλαγιές, τα φαράγγια και οι σπηλιές... Δεν γροικούνται πλειό τα τραγούδια και οι μαντινάδες του Τζέγκα.
Ησυχάσανε οι αρτένες και τ’ άλλα θαλασσοπούλια που δεν τ’ άφηνε η βροντερή λαλιά του Τζέγκα να τραγουδήσουν το δικό τους σκοπό. Καταλαγιάσανε τα ψάρια σ’ ολόκληρο το ιχθυοτροφικό τρίγωνο Γραμπούσα Συγκλιό Λαφονήσι... Αξέχαστα παραμένουν στη μνήμη μου τα καθημερινά πρωινά στο καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη με το γλυκόλαλο λαγούτο του να τραγουδά, δίπλα στο Γιώργη ο Τζέγκας, ριζίτικα και τις δικές του μαντινάδες....
   Πενήντα χρόνια θάλασσα ψαρεύω μες τα βάθη
   και πράμα δεν εκέρδισα μόνο καημούς και πάθη.

Σαν γέρος μερακλής και παλιός τραγουδιστής, είναι σήμερα γνωστός, ο Τζέγκας ο γλεντζές της Καστελλιανής πιάτσας και ανεπανάληπτος ψαράς της Γραμπουσιανής θάλασσας και του Κισαμίτικου κόλπου. Το πραγματικό του όνομα δεν ενδιαφέρθηκα να το μάθω, όπως και όλοι όσοι τον γνώρισαν. Τζέγκας ήτανε το παρατσούκλι του μοναδικού εκείνου τύπου, που μόνο ο Κρητικός και ειδικά ο Γραμπουσιανός θαλασσινός αέρας μπόρεσε να βγάλει. Ανάστημα κανονικό, καστανός με αδρά χαρακτηριστικά, μαλλιά αχτένιστα και ακατάστατα, αξύριστος συνήθως, με μάτια κόκκινα και δακρυσμένα από το κρασί, το τραγούδι, τα ξενύχτια και τη ζωή που έκανε στη θάλασσα και τα ταβερνάκια του Καστελλιού. Ντυμένος χειμώνα καλοκαίρι με τα ίδια περίπου ρούχα, φαντό πουκάμισο, παντελόνι σκούρο ή χακί, αρβύλες και μόνο όταν έκανε πολύ κρύο έβαζε και ένα χακί στρατιωτικό μπουφάν. 
 Ιστορίες για τον Τζέγκα υπάρχουνε πολλές και θα μπορούσε να γραφτεί ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, γι αυτό τον άνθρωπο και τη ζωή του. Δεν ήτανε ούτε ο Καπετάν Μιχάλης, ούτε ο Ζορμπάς, όμως αν τον είχε γνωρίσει ο Καζαντζάκης απο κοντά, ασφαλώς θα μας άφηνε και ένα τρίτο τύπο εξ’ ίσου ενδιαφέροντα, όπως με τους άλλους δυο. Ως γέρο μερακλή και παλιό τραγουδιστή, μας τον άφησε να τον τραγουδούμε, ο μεγάλος τροβαδούρος της Κρητικής λαϊκής μουσικής παράδοσης, ο Κώστας Μουντάκης. Και ήτανε πράγματι όχι μόνο τρομερός ψαράς αλλά και μερακλής και καλός τραγουδιστής. Δικός του ήτανε ο σκοπός που είχε εμπνευσθεί από τους ήχους της θάλασσας και της μηχανής του καϊκιού και η μαντινάδα που τραγουδούσε παντού και πάντοτε:
    Γραμπούσα μαύρα να ντυθείς σαν θα πεθάνει, ο Τζέγκας
    ο Τζέγκας που σε ψάρευε ο Τζέγκας που σε γλέντα

Με γλάρο που πετούσε με κάθε καιρό, ξυστά πάνω από τα κύματα, από το Καστελλιανό ψαρολίμανο ως το Βαλεντί και τις γύρω θάλασσες, έμοιαζε το άσπρο πανί της πρώτης μικρής του ψαρόβαρκας. Αχώριστος σύντροφος του η γυναίκα του η Αναστασία, όταν πρωτοπαντρεύτηκαν και τα τελευταία χρόνια, ερωτευμένος μαζί της, αλλά και παθιασμένος με τη θάλασσα και τα καμώματα της. Αυτή η θάλασσα, από τη Σπάθα ως τη Γραμπούσα και το Σιγκλιό ήτανε η μεγάλη αντίζηλος της αγαπημένης του γυναίκας.
 Αυτή την πλανέφτρα φοβότανε η Αναστασία, μη τυχόν και της τον αρπάξει, γι αυτό και δεν τον άφηνε ποτέ μοναχό του να ψαρεύει αφ’ ότου ξεπετάχτηκαν τα παιδιά τους. Ερωτικό τρίγωνο η Αναστασία και η θάλασσα με τις σεμνοτυφίες της και τις ακραίες αλλαγές της και στη μέση ο Τζέγκας. Μέρες, νύχτες, μήνες και χρόνια ανάμεσα στα δυο τρομερά αυτά πράγματα, τη γυναίκα και τη θάλασσα, πάλευε αυτός ο μοναδικός τύπος, ο θαλασσομάχος και ψαράς του Καστελλιού. Σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα φαινομενικά κέρδιζε η Αναστασία, όμως τα όμορφα τραγούδια του, οι μαντινάδες του και οι σκοποί του μαρτυρούν το αντίθετο. Ψάρευε με δυναμίτες όπως λέει και η μαντινάδα του.
   Γραμπούσα μου τα ψάρια σου ο Τζέγκας τα σκοτώνει
    ρίχνει τσοι δυναμίτες τον, βουτά και τα μαζώνει

Ψάρευε με δυναμίτες αλλά το πιο αγαπημένο του ψάρεμα ήτανε με το παραγαδι και την καθετή. Και όπως διηγούνται η γυναίκα του και όποιοι ψάρεψαν μαζί του η συμπεριφορά του, όταν τραβούσε ένα καλό ψάρι με την κάθετη από τα βαθιά νερά ήταν εντυπωσιακή. Γούρλωνε τα μάτια του, έκανε γρήγορες και χαριτωμένες κινήσεις και μετά κοίταζε ήρεμος και χαρούμενος το ψάρι πάνω στην κουπαστή και όχι σπάνια το χαΐδευε και του τραγουδούσε την ώρα που σπαρταρούσε για να ηρεμήσει. Και αυτή η συμπεριφορά ήτανε που εντυπώσιασε την γυναίκα του όταν πρωτοβγήκανε νιόπαντροι μαζί στο ψάρευα και του είπε κάποια φορά: 
- Κατέεις το πως πολυκουζουλένεσαι την ώρα που σέρνεις το ψάρι με την καθετή;
Και τότε γύρισε την κοίταξε και σαν απάντηση της είπε τη μαντινάδα:
   Το ψάρι και η κοπελιά στ’ αγκίστρι μου άμα πιαστούνε
    τρεμουνε και σπαράζουνε μέχρι να... κοιμηθούνε

 Και αν δεν τον είχα γνωρίσει και δεν τον είχα δει, να περπατεί στην αγορά του Καστελλιού και να τραγουδεί πάνω από το λαγούτο, σε ταβέρνες και στο καφενείο του Γιώργου Κουτσουρέλη, κοφτά γλυκά και πονεμένα και τον έβλεπα μόνο με τη θλιμμένη του έκφραση μπροστά στο νεκρό δελφίνι, που πιάστηκε στα δίχτυα, θα έλεγα: Αυτός ο άνθρωπος κρύβει κάτι το ιδιαίτερο στην ψυχή του. Δεν είναι όπως όλοι οι άλλοι που στέκονται εδώ γύρω και κοιτάζουνε σαν αναίσθητοι, αυτόν τον όμορφο και πανέξυπνο φίλο του ανθρώπου, τον άνθρωπο της θάλασσας, το δελφίνι. Αυτός είναι πράγματι πολύ λυπημένος και το βεβαιώνει κι εκείνη η μαντινάδα που έλεγε μερικές φορές.
    Δελφίνι μου αδέλφι μου, τα δίχτυα να προσέχεις,
    μη μπερδευτείς αδέλφι μου γιατί δεν θα ξεμπλέξεις

Το τραγικό του τέλος στις 8 του Δεκέμβρη του 1966, τότε που μαυροφορέθηκαν όλα τα Χανιά από το ναυάγιο του Ηρακλείου και η Γραμπούσα, από τον πνιγμό του Τζέγκα μαρτυρούν ότι τελικά τον κέρδισε η θάλασσα. Ο Τζέγκας πνίγηκε στη Γραμπούσα μπροστά στα μάθια της γυναίκας του την ίδια νύχτα που βούλιαξε και το Ηράκλειο. Πνίγηκε στη θάλασσα που αγάπησε πραγματικά, χάρηκε και γλέντησε όσο κανείς άλλος απ’ όσους τη γνώρισαν, την ταξίδεψαν και την ψάρεψαν. Τον τραγούδησαν πολλοί απλοί τραγουδιστές, στιχουργοί και μεγάλοι καλλιτέχνες της μουσικής μας παράδοσης και θα τον τραγουδούν.
  Ο παθιασμένος και εξαίρετος βιολάτορας Κώστας Παπαδάκης - Ναύτης: "το αφιέρωμα του Ναύτη" με το Τζέγκα και συρτός Κακράπης του Τζέγκα και στα "65 χρόνια Ναύτης" με στίχους του Χαράλαμπου Ανουσάκη και του ίδιου.
 Και ο μεγάλος Κρητικός τροβαδούρος ο Κώστας Μουντάκης του χάρισε το τραγούδι.
   Στις Γραμπούσας τ’ ακρωτήρι, στις Γραμπούσας τ' ακρωτήρι
   εγλεντούσα μιά φορά μ ’ ένα Κρητικό ψαρά
   Μ’ ένα γέρο καπετάνιο, μ ’ ένα γέρο καπετάνιο
   πούχε βάρκα τη χαρά στης Γραμπούσας τα νερά
   πλανέφτρα θάλασσα, πλανέφτρα θάλασσα.
   Θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα
   πούνε ο γέρο μερακλής, ο παλιός τραγουδιστής
   ν’ αρμενίσει τη χαρά του, ν’ αρμενίσει τη χαρά του
   το τραγούδι του να πει, το τραγούδι του να πει
   πλανέφτρα θάλασσα, πλανέφτρα θάλασσα.
   Πούλα τ’ άρμενα αρμενίζουν, πούλα τ’ άρμενα αρμενίζουν
   με πανιά και με κουπιά, με πανιά και με κουπιά
   μα του Τζέγκα τ’ αρμενάκι, μα του Τζέγκα τ' αρμενάκι
   δεν ξαναγυρίζει πιά στης Γραμπούσας τα νερά
   πλανέφτρα θάλασσα, πλανέφτρα θάλασσα.