Η απίστευτη ιστορία ενός Έλληνα που έζησε 53 χρόνια στη Λιβύη – Πως αιχμαλώτισε ένα τάγμα Ιταλών στον Β' Π.Π
Το 1950, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου πολέμου, το Υπουργείο Στρατιωτικών της Μεγάλης Βρετανίας, έκανε μια μικρή διόρθωση στους επιτελικούς του χάρτες. Στο φύλο για την έρημο Σαχάρα, πρόσθεσε μια μικρή κουκκίδα. Μια κουκκίδα με την επιγραφή:”Μπάρα Αντρία”, που στα αραβικά σημαίνει το “βουνό του Αντρέα”...Ο Ανδρέας της Σαχάρα ήταν ένας Έλληνας, ένας κρητικός που έφυγε σχεδόν παιδάκι, έφηβος, από το φτωχό χωριό του και πήγε στη Λιβύη να αναζητήσει την τύχη του. Εκεί τον βρήκε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις δουλείες του και πολέμησε στο πλευρό των συμμάχων. Τα κατορθώματα του, έκαναν το όνομα του θρύλο ανάμεσα σε Άγγλους και σε Λίβυους, ενώ στις δυνάμεις του Άξονα και κυρίως στους Ιταλούς προκαλούσε τρόμο.
Η έρημος της Σαχάρα, η μεγαλύτερη έρημος στον κόσμο, χαώδης, τρομακτική και μυστηριώδης για όλο τον κόσμο, ήταν για τον Αντρέα Κατζουράκη, το δεύτερο σπίτι του. Ήξερε σχεδόν κάθε κόκκο άμμου, της μιλούσε και εκείνη τον άκουγε. Ήξερε τα περάσματα και τις οάσεις όπως εμείς ξέρουμε τα δωμάτια στο σπίτι μας. Η Σαχάρα και οι άνθρωποι της, ήταν το σπίτι του.
Μόλις ο πόλεμος τελείωσε ο “τρελός της ερήμου” όπως τον αποκαλούσαν συχνά οι Εγγλέζοι, παρέμεινε στη Λιβύη, και μεγαλούργησε.
Η κρητική του καρδιά δεν άντεχε καμία αδικία στη ζωή του και γιαυτό οι ντόπιοι τον λάτρεψαν σαν θεό. Άνθρωπος υπερήφανος δούλεψε πολύ και ήταν εκ των επιφανέστερων μελών της Ελληνικής κοινότητας στη Βεγγάζη. Γύρισε ύστερα από 53 χρόνια ξενιτιάς στην αγαπημένη του Κρήτη και το 1983 αναπαύτηκε στο ευλογημένο χώμα της. Έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτεια που λίγοι άνθρωποι έχουν βιώσει.
Τις περιπέτειες του τις έγραφε σε πρώτο πρόσωπο σε ένα μικρό ημερολόγιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Πολλές της έλεγε σαν παραμυθάκι χρόνια μετά, στα δυο του λατρεμένα παιδιά. Τη Μαρία και τον Στέλιο. Το 2006 ο Στέλιος συγκέντρωσε όλο αυτό το υλικό και σαν φόρο τιμής στον αγαπημένο του πατέρα το έκανε βιβλίο: “Ο Αντρία της Σαχάρα”...(εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ)
Τα μετόχια Φρατζεσκιανά, είναι ένα μικρό υπέροχο γραφικό χωριό 12 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από το Ρέθυμνο. Ζωσμένο από ελιές και αμπέλια, ανάμεσα σε ψηλά βουνά και ποτάμια, λες και κάποιο θεϊκό χέρι “φύτεψε” το χωριουδάκι αυτό στην πιο όμορφη γωνιά του νησιού. Από αυτό το χωριό ξεκινάει η περιπέτεια του Ανδρέα Κατζουράκη. Ήταν δεν ήταν 13 χρονών το 1930, όταν η ανάγκη χρημάτων και η φτώχεια τον ανάγκασαν να το εγκαταλείψει. Σαν ένας μικρός Οδυσσέας, έφυγε με την καρδιά του μαύρη που άφηνε τον τόπο του την Κρήτη, για να πάει στην Ιθάκη του, και να αναζητήσει την τύχη του στο πλευρό του μεγαλύτερου του αδερφού στη Λιβύη.
Για δέκα χρόνια μέχρι να ξεσπάσει ο πόλεμος, δούλεψε σκληρά και δημιούργησε δικές του μικρές επιχειρήσεις. Οι κόποι του σιγά σιγά άρχισαν να αποδίδουν καρπούς. Εκείνο το διάστημα οι Ιταλοί είχαν καταλάβει τη Λιβύη και προετοίμαζαν το έδαφος για το μέτωπο της Βορείου Αφρικής, γι αυτούς και τους συμμάχους τους τους Γερμανούς.
Οι Ιταλοί κατακτητές συμπεριφέρονταν με τον χειρότερο τρόπο στο ντόπιο πληθυσμό. Δολοφονίες, εκτελέσεις διωγμοί βασανιστήρια για να κάμψουν το ηθικό του.
“Στη Λιβύη”, γράφει στο ημερολόγιο του ο Ανδρέας, “ήταν δύσκολο να βρεις φίλους. Όμως όταν έκανε κάποιον φίλο, ήξερες ότι θα ήταν φίλος σου για πάντα. Οι άραβες της Λιβύης και προπαντός εκείνοι της Ζουεντίνας, μας φέρονταν φιλικά και μας αγαπούσαν. Ο αδερφός μου εφοδίαζε και εξυπηρετούσε συνέχεια τους αντάρτες στον αγώνα τους κατά των Ιταλών. Άλλες πάλι φορές και εγώ και ο αδερφός μου μπαίναμε στη μέση για να σταματήσουν οι αγριότητες των Ιταλών κατά των Αράβων. Η συμπεριφορά μας δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς με τους ντόπιους.”
Το 1940 βρήκε τον Ανδρέα στην περιοχή της Κούρφας στη μέση της Ερήμου. Εκεί οι Ιταλοί διατηρούσαν φρούριο και μάλιστα η δύναμη της φρουράς ήταν καθαρόαιμα μέλη του Φασιστικού κόμματος του Μουσολίνι.
Πατριώτης ατρόμητος αλλά και “τρελοκρητικός” δεν λογάριαζε τίποτε και όταν οι νίκες των Ελλήνων στο αλβανικό μέτωπο διαδέχονταν η μια την άλλη ο Ανδρέας απροκάλυπτα,πανηγύριζε γεμάτος ενθουσιασμό. Οι Ιταλοί τον έβαλαν στο μάτι .....
















